Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

 

   Η αλεπού και ο κορυδαλλός

Μια φορά και έναν καιρο ήταν μια αλεπού, που δεν είχε φάει τίποτα, για πολλές ημέρες, και πεινούσε παρά πολύ. Καθώς περπατούσε βλέπει ανάμεσα σε κάτι θάμνους, έναν κορυδαλλό.
-Α! Εδώ έχει κάνει την φωλιά του! Θα πλησιάσω σιγά σιγά, και θα τον αρπάξω! Βέβαια είναι λίγος, για να χορτάσω αλλά με την πείνα που έχω καλός είναι.
 Πλησιάζει σιγά σιγά, η κυρία αλεπού, και κάνει έναν σάλτο, αλλά ο κορυδαλλός, πιο γρήγορος πέταξε πάνω από το κεφάλι της.

- καλημέρα! του είπε, άδικα τρόμαξες και έφυγες. 

- Μα εσυ όρμησες στην φωλιά μου, για να με φας. 

- όχι με παρεξήγησες, σκόνταψα και έπεσα στην φωλιά σου. Έλα μην φοβάσαι, κατεβα έχω όρεξη για κουβέντα, έχω νέα να σου πω!

 - ποια είναι τα νέα;

- δεν τα έμαθες; Άκουσα το σπουργιτη να λέει, ότι τραγουδάει πιο καλά από εσένα.

- λες ψέματα! Ο Σπουργίτης δεν τραγουδάει καθόλου!

- Δεν σου λέω ψέματα, έχω κάτι ακόμα να σου πω...


- Ακούω, είπε ο κορυδαλλός 

- Μα κατέβα να τα  πούμε! Δεν μπορώ άλλο να κοιτάζω ψηλά, πόνεσε ο λαιμός μου! 
 Ο κορυδαλλός όμως δεν την πίστεψε.

- Έλα εσυ εδώ πάνω μύρα αλεπού, γιατί να κατέβω εγώ; 

Η αλεπού κατάλαβε πως ο κορυδαλλός ήταν πιο έξυπνος, από ότι νομιζε, και έτσι απομακρυνθηκε, με την ουρά στα  σκέλια, και με το στομάχι να γουργουρίζει από την πείνα. Ο κορυδαλλός πετούσε από πάνω της, την κορόιδευε και τραγουδούσε, αλλά η κυρα αλεπού έκανε πως δεν τον έβλεπε, ούτε τον άκουγε.

 

Μύθοι ΑΙΣΩΠΟΥ
Διασκευη: Καρακιτσιου Μαρια



Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019



Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

Μια φορά και έναν καιρό ένας νεαρός λύκος, ζούσε μαζί με άλλους σε μια αγέλη, μέσα στο δάσος.
Θέλησε να γίνει αρχηγός της αγέλης, στη θέση του αρχηγού αλλα νικήθηκε παρόλο που ήταν νεότερος. Νικημένος και ντροπιασμένος, έφυγε από την αγέλη. Ήταν όμως πολύ δύσκολο, να βρει τροφή μόνος.
 
  Ένα κοράκι είδε τον μοναχικό λύκο, και άρχισε να τον ακολουθεί. Τα κοράκια συνηθίζουν να ακολουθούν τους μοναχικούς λύκους, βοηθώντας τους να βρουν τροφή ξέροντας, ότι κάτι θα μείνει και για αυτά. Ο λύκος ψάχνοντας για τροφή, βγήκε από το δάσος και έφθασε σε ένα λιβάδι, όπου βοσκούσε  ένα κοπάδι με πρόβατα.

Του λύκου τα σάλια άρχισαν να τρέχουν βλέποντας τα πρόβατα.
- Α! εδώ θα βρω φαγητό, ειπε και άρχισε να παραμονέυει, μήπως και κανένα προβατάκι, απομακρυνθεί από το κοπάδι και το αρπάξει.
 Όμως τα σκυλια του κοπαδιού, μύρισαν τον λύκο, και άρχισαν να τον γαβγίζουν και να τον κυνηγούν. Τρέχει, τρέχει ο λύκος να γλυτώσει και αφού απομακρύνθηκε, ξάπλωσε να ξεκουραστεί.


Άλλη μια μέρα πέρασε χωρίς να φάει κάτι. Αποκαμωμένος όπως ήταν τον πήρε ο ύπνος. Το κοράκι όμως πάνω, σε ένα κλαδί δέντρου κοίταζε γύρω, γύρω μήπως και δει κανένα ζώο. Ξαφνικά βλέπει ένα αγριογούρουνο, να βόσκει παρά πέρα, και άρχισε να φωνάζει.
- κρα! κρα! ξύπνα!
 Ο λυκος ξύπνησε, και σιγά σιγά ζύγωσε το αγριογουρουνο που έβοσκε αμέριμνο. Κάποια στιγμή όμως είδε τον λύκο, και άρχισε να αγριεύει, και να ετοιμάζεται να τον ορμήσει. Ο καημένος ο λυκος σκέφτηκε πως δεν θα μπορέσει, να το νικήσει και έφυγε σιγά σιγά. 
 -τζίφος! νηστικός και σήμερα είπε. Εξαντλημένος όπως ήταν έγειρε, κάτω από ένα δέντρο, και το κοράκι πάνω σε ένα κλαδί.

 Εκεί που είχε χάσει κάθε ελπίδα, άκουσε το κοράκι να τον φωνάζει.
- κρα! κρα! ένας λαγός! Τρέχει ο λυκος με όση δύναμη του είχε απομείνει, και χραπ τον έπιασε.
 Έτσι ο λυκος έφαγε μετά από μια εβδομάδα, έφαγε και το κοράκι. Πήραν ξανά τον δρόμο, και κάπου εκεί συνάντησαν μια λυκαινα, που ήταν και αυτή μόνη. Ο λυκος σκέφτηκε πως αν κυνηγούν και οι δυο,θα είναι πολύ πιο εύκολο να βρίσκουν τροφή. Η λυκαινα δέχτηκε και έτσι συνέχισαν μαζί....






Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Η ΑΛΕΠΟΥ 100 ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΕΠΟΥΔΑΚΙ 101

Η αλεπού μια κρύα μέρα, με πολύ χιόνι βγήκε από την φωλιά της, και έκατσε στον ήλιο για να 
ζεσταθεί. Μετά από λίγο ήρθε και το αλεπουδακι της, και έκατσε κοντά της.
 Πες το ένα πες το άλλο,πέρασε η ώρα ήρθε το μεσημέρι, και η αλεπού δεν το κουνούσε από τον ήλιο.
-μάνα τι κάνουμε τώρα εδώ;
- ζεσταινόμαστε! του λέει.
- και που είναι η φωτιά; λέει το αλεπουδακι.
- μα δεν την βλέπεις; Εκεί στο απέναντι βουνό, λέει η αλεπού.
 Σε λίγο βάζει τις φωνές.
- μάνα! μάνα! νερό! 
- τι έπαθες καλό μου; τι το θέλεις το νερό;
-κάηκα μάνα! 
- από που κάηκες; το ρώτησε.
- να, μάνα από μια σπίθα που πετάχτηκε, από την φωτιά απέναντι, και μου έκαψε το αυτί μου.
 - μπράβο! παιδάκι μου του είπε η αλεπού. Είσαι πολύ έξυπνο, και ξέρω ότι μπορεις να ζήσεις μόνο σου από δω και πέρα.


Είναι όπως λένε η αλεπού 100 και το αλεπουδακι 101.



 




Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019


 


Η ΠΙΤΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΝ

Στα αρχαία χρόνια, το πεύκο δεν ήταν δέντρο, αλλά μια πανέμορφη νύμφη του δάσους. Η Πίτυς ερωτεύτηκε τον θεό Πάνα, και τον ακολουθούσε από πηγη σε πηγη, και εκείνος της τραγουδούσε μαγευτικός σκοπούς με την φλογέρα του.
   
 Την Πίτυς όμως για κακή της τύχη την ερωτεύτηκε ο Βορέας, ο θεός του βορείου αγερα, ο οποίος την κυνηγούσε να την πάρει από τον Πάνα.
 
 Όταν εκείνη του αντιστάθηκε, ο Βορεας εξοργίστηκε και προσπάθησε να την γκρεμίσει από έναν βράχο πολύ ψηλό. Την στιγμή εκείνη ο Πάνας την λυπήθηκε πολύ και πριν η Πίνυς να τσακιστεί στα βράχια την μεταμόρφωσε σε πεύκο.
 

Οβίδιος


Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Η ΓΟΥΡΟΥΝΑ





Μια φορά κι έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό ζούσε ένας γουρούνας.Αυτος ο γουρούνας είχε μια γουρούνα.Ολη μέρα η γουρούνα έτρεχε από δω και από εκεί ελεύθερη και το σούρουπο γύριζε στο σπίτι.Ενα βραδυ η γουρούνα δεν γύρισε σπίτι και ο γουρούνας την έψαχνε όλη νύχτα.
 


 Εκεί που έψαχνε κάποια στιγμή ακούει έναν θόρυβο πάει προς τα εκεί και βλέπει την γουρούνα να κάθεται σε έναν λάκκο γεμάτα χρυσά φλουριά.Παιρνει ο γουρουνάς την γουρούνα και τα φλουριά και γυρίζει στο σπίτι. Πλούσιος τώρα αγόρασε ένα πολύ όμορφο και μεγάλο σπίτι, έκανε μια εκκλησία, βοηθούσε τους φτωχούς.Την γουρούνα που τον έκανε πλούσιο την είχε μη βρέξει και μη στάξει.

Πέρασαν τα χρόνια γέρασε η γουρούνα και πέθανε.Στεναχωρια μεγάλη ο γουρούνας σαν να είχε πεθάνει άνθρωπος δικός του.
«Θα την κανω μια πολύ καλή κηδεία» μονολόγησε.Μια και δυο πάει να βρει τον παπά.

« καλησπέρα παπά μου»

 «καλώς τον γουρουνά» είπε ο παπάς
« είμαι πολύ στεναχωρημένος παπά μου γιατί πέθανε η γουρούνα μου και θέλω να την κάνεις μια καλή κηδεία.


 
Ο παπάς έγινε έξαλλος.
« τι λες αθεόφοβε; Που ακούστηκε να ψάλλω την γουρούνα;»
Ο γουρουνάς έκλαιγε και παρακαλούσε.
«παπά μου την γουρούνα την είχα σαν παιδί μου,σε αυτήν χρωστώ όλα μου τα πλούτη»
Ο παπάς δεν άκουγε τίποτα
«εγώ δεν έχω εντολή τέτοια από τον Θεό» είπε
Ο γουρουνάς βγάζει μια κουμπούρα
«έρχεσαι η,´ όχι» τον λέει τρομάζει ο παπάς τι να κάνει, έψαλε την γουρούνα.


  
Την άλλη μέρα επειδή φοβήθηκε πήγε στον δεσπότη να του τα πει πριν τα μάθει από άλλου.
« δέσποτα μου το και το»
«τι λες παπά αυτό είναι αμαρτία! να πει τον γουρουνά να ρθει εδώ»
Πάει ο παπάς στο χωριό και λέει στον γουρουνά.
«σε θέλει ο δεσπότης»
 Πάει στην πόλη ο γουρουνάς και γραμμή για τον δεσπότη μαζί με πεσκέσια,  κοτούλες, αυγά, τυριά, πως να πάει σε ολόκληρο δεσπότη με άδεια χέρια;
«για έλα εδώ γουρουνά τι είναι αυτά που έμαθα;»είπε όλο νεύρα ο δεσπότης.Ο γουρούνας άρχισε να κλαψουρίζει.
« Αχ δέσποτα μου την είχα σαν παιδί μου»
«αυτό είναι μεγάλη αμαρτία» είπε ο δεσπότης.
«αυτή η γουρούνα με έκανε πλούσιο νοικοκύρη» Ο δεσπότης εξαγριωμένος δεν άκουγε τίποτα.Ο γουρουνάς τότε τον λέει.


«ξέρεις τι γουρούνα ήταν αυτή;»
«Ε τι γουρούνα ήταν;» ρώτησε ακόμα πιο οργισμένος ο δεσπότης.
«να μια μέρα πριν πεθάνει με φώναξε και με είπε» «πάρε αυτό το σακούλι με τα φλουριά και δώστο από μένα στον δεσπότη»
«τι λες βρε γουρουνά με θυμήθηκε και εμένα η συγχωρεμένη;»είπε και πήρε το σακούλι με τα φλουριά.Ετσι έζησαν όλοι καλά και εμείς καλύτερα. 


Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ ΧΩΡΙΚΟΣ

Παραμυθι από την Ρωσία




Μια φορά και έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό ζούσε ένας χωρικός που είχε έναν υπηρέτη τον οποίο έλεγαν Βάνια.Απο βραδύς λέει ο χωρικός στον υπηρέτη του.
«Βάνια αύριο το πρωί θα πάμε να θερίσουμε το σιτάρι»
 «Εντάξει ας πάμε αφεντικό» είπε ο Βάνια.   
Το πρωί της άλλης μέρας σηκώθηκαν και ετοιμάστηκαν να φάνε το πρωινό τους.
«Γυναίκα φέρε μας το πρωινό» είπε ο χωρικός.

  
Η γυναίκα τους έφερε το πρωινό και αφού έφαγαν με όρεξη λέει ξανά ο χωρικός.
« Για να μην σταματήσουμε για το μεσημεριανό φέρε το μας γυναίκα τώρα» 
Άρχισαν να τρώνε το μεσημεριανό αλλά δεν μπόρεσαν να το φάνε όλο.Ο χωρικός σκέφτηκε ότι   κάνει οικονομία στο φαΐ αφού ο Βάνια έφαγε μόνον λίγο.Αργοτερα λέει πάλι στην γυναίκα του.
«Γυναίκα το βραδυ θα είμαστε πολύ κουρασμένοι από την δουλειά και δεν θα έχουμε όρεξη για φαγητό καλύτερα φέρε και το βραδυ ο να το φάμε τώρα.

Η γυναίκα του σέρβιρε και το βραδινό. Ο Βάνια ούτε να το δει δεν ήθελε το φαΐ ποσό μάλιστα να το φάει. 
« Άντε τώρα Βανια σήκω να πάμε να θερίσουμε καλά φάγαμε δεν χρειάζεται να διακόψουμε τωρα  την δουλειά μας»
«Α! Όχι αφεντικό.» Είπε ο Βανια» « μετά το βραδυ ο οι άνθρωποι κοιμούνται και δεν πάνε για θερισμό» « καληνύχτα» είπε και τράβηξε να βρει ένα μέρος να κοιμηθεί.


Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019


ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ

Μια φορά κι έναν καιρό μια γερόντισσα ξεκίνησε για να πάει στο δάσος να μαζέψει χόρτα.Στο δρόμο συνάντησε δώδεκα ανθρώπους.Ηταν οι δώδεκα μήνες του χρόνου.
«Γιαγιάκα πες μας ποιος είναι ο καλύτερος μήνας του χρόνου;»
«Όλοι παιδιά μου είναι καλοί είπε η γιαγιά τον Γενάρη χιονίζει τον Φλεβάρη βρέχει.....»τέλος είχε μια καλή κουβέντα για όλους τους μήνες.Οι μήνες τότε της είπαν.
«Γιαγιά αφού είπες κάτι καλό για όλους μας και εμείς θα σε ανταμείψουμε.Απλωσε το μαντήλι σου.Και γέμισαν το μαντήλι της τόσο πολύ που με δυσκολία το έδεσε.
«Ευχαριστώ πολύ» τους είπε και έφυγε.
 
Στο σπίτι της άνοιξε το μαντήλι και ξεχύθηκαν λίρες αμέτρητες.Ετσι η καλή γερόντισσα ανταμείφθηκε για τα καλά της λόγια.
 Μια μέρα την επισκέφτηκε η γειτόνισσα της και την ρώτησε που βρήκε τόσα πολλά λεφτά.
«Μου τα έδωσαν οι δώδεκα μήνες είπε η γερόντισσα.
«Θα πάω και εγώ να τους βρω είπε η γειτόνισσα και ξεκίνησε για το δάσος.
«Καλημέρα» τους είπε μόλις τους είδε.
«Κυρά πες μας ποιος είναι ο καλύτερος μήνας του χρόνου;»
Η γυναίκα σκέφτηκε λίγο και είπε.
«Δεν με αρέσει κανένας κανείς δεν αξίζει»
«Καλά λοιπόν» της είπαν οι μήνες.
«Δώσε μας το μαντήλι σου να σε ανταμείψουμε»
Η γυναίκα έδωσε το μαντήλι της οι μήνες της το γέμισαν και αφού το πήρε ξεκίνησε για το σπίτι της.
Εκεί χαρούμενη άνοιξε το μαντήλι της και ξεχύθηκαν σκουπίδια.
Θύμωσε πολύ τότε και κατηγόρησε την γερόντισσα πως δεν την συμβούλεψε σωστά.
«Τι είπες στους δώδεκα μήνες όταν σε ρώτησαν ποιος είναι ο καλύτερος;»
«Τους είπα ότι κανένας δεν αξίζει τίποτα»
«Και αυτοί σου έδωσαν τα ανάλογα» της είπε η γερόντισσα.



  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ Είναι η ιστορία ενός κακού γέρου: του Ebenezer Scrooge που δεν του αρέσουν τα Χριστούγεννα. Είναι ένας τσιγκούνης ...