Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ

Είναι η ιστορία ενός κακού γέρου: του Ebenezer Scrooge που δεν του αρέσουν τα Χριστούγεννα. Είναι ένας τσιγκούνης και εγωιστής. Κάθεται στο γραφείο του μια κρύα παραμονή Χριστουγέννων. Ο υπάλληλος του, ο Μπομπ Κράτσιτ, εργάζεται σε αυτό το πολύ κρύο γραφείο επειδή ο Σκρουτζ δεν θέλει να ξοδέψει χρήματα σε κάρβουνο για τη φωτιά. Την παραμονή των Χριστουγέννων, ο Σκρουτζ κάθεται μόνος στο κρύο σαλόνι του σπιτιού του. Ξαφνικά εμφανίζεται το φάντασμα του νεκρού συντρόφου του, Jacob Marley. Λέει στον Σκρουτζ, "Άλλαξε τη ζωή σου! Πρέπει να είσαι καλύτερος άνθρωπος. Πρέπει να είσαι ευγενικός με τους ανθρώπους. Τρία φαντάσματα θα σε επισκεφτούν αυτό το βράδυ." Ο Σκρουτζ φοβάται τρομερά. Μετά πηγαίνει για ύπνο. Εκείνο το βράδυ τρία φαντάσματα έρχονται να επισκεφτούν τον Σκρουτζ. Το πρώτο είναι το Ghost of Christmas Past. Επιστρέφει τον Ebenezer Scrooge στις ευτυχισμένες μέρες που ήταν νέος και γιόρταζε τα Χριστούγεννα με άλλους ανθρώπους. Ήταν τόσο χαρούμενος. Το δεύτερο φάντασμα είναι το Ghost of Present και πηγαίνει τον Σκρουτζ σε ένα φτωχό αλλά καθαρό δωμάτιο. Είναι το σπίτι του υπαλλήλου του Bob Cratchit και της οικογένειάς του. Είναι πολύ φτωχοί αλλά πολύ ευγενικοί. Η κυρία Κράτσιτ ετοιμάζει μια μικρή γαλοπούλα για το χριστουγεννιάτικο δείπνο αλλά είναι χαρούμενοι. Υπάρχει επίσης ο Τίνι Τιμ, το αγοράκι του Μπομπ. Είναι πολύ άρρωστος αλλά δεν έχουν λεφτά για γιατρό. Το φάντασμα λέει στον Σκρουτζ: «Το αγόρι θα πεθάνει αν δεν πάρουν χρήματα για γιατρό». Το τρίτο φάντασμα είναι το Ghost of Christmas Future. Παίρνει τον Σκρουτζ σε ένα νεκροταφείο. Υπάρχει το όνομα του Σκρουτζ σε μια ταφόπλακα. Ο Σκρουτζ φοβάται και υπόσχεται να αλλάξει τρόπους. Το φάντασμα εξαφανίζεται. Όταν ο Σκρουτζ σηκώνεται το πρωί των Χριστουγέννων είναι νέος άνθρωπος. Γίνεται χαρούμενος και φιλανθρωπικός και εύχεται σε όλους." Καλά Χριστούγεννα!".Αγοράζει νόστιμο φαγητό και πολλά δώρα για την οικογένεια του Μπομπ και πληρώνει τον γιατρό για τον μικρό Τιμ. Ο Σκρουτζ είναι πραγματικά ένας νέος άνθρωπος και το πνεύμα των Χριστουγέννων είναι πάντα μαζί του.


Του Καρόλου Ντίκενς

Ευχαριστούμε που μας διαβάσατε

  



Φωτό shulgan.blogspot & Leiaeassista

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

 

Η ΘΕΟΔΩΡΑ




Μια φορά κι ένα καιρο, υπήρχαν δυο βασιλιάδες που τα βασίλεια τους ήταν δίπλα δίπλα. Ο ένας είχε πλούσιο βασίλειο με πολλούς στρατιώτες. Είχε και έναν γιο γενναίο, καλό, και με άλλα πολλά χαρίσματα. Ο άλλος βασιλιάς είχε τρεις κόρες, λιγότερο στρατό, λιγότερη δύναμη. Ο πλούσιος βασιλιάς κάποτε αποφάσισε να ενώσει τα δυο βασιλεια, και να γίνει πολύ δυνατός. Έστειλε μήνυμα στον βασιλιά του μικρότερου βασιλείου, και του ζήτησε να ενώσουν τα βασιλεια τους χωρίς αντίσταση, και αυτός  να γίνει άρχοντας και οι βασιλοπουλες, αρχοντοπούλες, διαφορετικά θα κατακτούσε με πόλεμο, το βασίλειο  και θα ήταν αυτός και οι κόρες του σκλάβοι. Αυτό το μήνυμα τάραξε πολύ τον βασιλιά, σηκώθηκε από τον χρυσό του θρόνο, και έκατσε στον μπρούτζινο του θρόνο. Ο βασιλιάς είχε τρεις θρόνους, τον χρυσό, τον ασημένιο και τον μπρούτζινο. Στον χρυσό καθόταν όταν ήταν χαρούμενος, στον ασημένιο όταν ήταν ήρεμος, και στον μπρούτζινο όταν ήταν ανήσυχος, και προβληματισμένος.


Σε λίγο κατέβηκε η μεγάλη του κόρη, τον καλημέρισε, και σαν τον είδε να κάθεται στον θρόνο τον μπρούτζινο, τον ρώτησε τι του συμβαίνει.
- Πατέρα μου τι έχεις; Τι σε κάνει να ανησυχείς; Ο πατέρας της εξήγησε, για το μήνυμα που έλαβε από τον πλούσιο βασιλιά.
- Μα πατέρα, για αυτό στεναχωριέσαι; Δεν θέλει σκέψη! Είναι δυνατότερος, και αν πεις όχι θα γίνουμε σκλάβοι του. Καλύτερα να είσαι άρχοντας, και εμείς αρχοντοπούλες.
- Κόρη μου αυτό δεν μπορώ να το κανω. Θα μαζέψω όλο το χρυσό του βασιλειου, ακόμα και από τις εκκλησίες, για να κανω δυνατότερο στρατό. Η βασιλοπούλα δεν μπόρεσε, να μεταπείσει τον πατέρα της να αλλάξει γνώμη, και κλαίγοντας έφυγε για την κάμαρα της.
Σε λίγο κατέβηκε η δεύτερη κόρη. Και εκείνη αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο, στο άκουσμα του μηνύματος του γείτονα βασιλιά. Και εκείνη προσπάθησε να τον μεταπείσει, αλλά μάταιος κόπος. Έτσι κλαμένη και αυτή, ανέβηκε στην κάμαρά της.
Μετά από λίγο κατέβηκε η μικρή κόρη, και όταν είδε τον πατέρα της λυπημένο, ρώτησε ποια είναι η αιτία, και είναι τόσο λυπημένος. Ο πατέρας της, εξήγησε για το μήνυμα που πήρε από τον πλούσιο βασιλιά, και πως αυτός δεν πρόκειται, να παραδώσει το βασίλειο του.
- Συμφωνώ πατέρα μου, δεν πρόκειται να παραδώσουμε την πατρίδα. 
- Ναί παιδί μου, θα πολεμήσουμε τον κακό γείτονα μας. 
- Πατέρα μου γιατί να μπλέξουμε με πόλεμο, που θα φέρει πολλά δεινά; Να του ζητήσεις να μονομαχήσουμε, και ο νικητής να πάρει το βασίλειο του ηττημένου. 
Ναι κόρη μου, καλά τα λες, Μα εγώ δεν έχω γιο;
- Έχεις εμένα πατέρα, την Θοδώρα! Θα ντυθώ άντρας, και με πίστη θα νικήσω. Από τώρα και πέρα λέγε με Θοδωρη!
πως να σε αφήσω κόρη μου γενναία θα κινδυνέψεις.


Από τα πολλά παρακάλια, λέγε λέγε έπεισε τον πατέρα της. Έστειλε μήνυμα στον γείτονα βασιλιά, και εκείνος δέχτηκε την πρόταση της.
Ντύθηκε στα αντρικά η Θοδωρα, και ζήτησε την ευχή του πατέρα της. Ο Θοδωρής πια, ετοιμάστηκε και μαζί με την συνοδεία της, πήγαν στο μέρος της συνάντησης. Οι σάλπιγγες ήχησαν, και μπροστά ξεπήδησε  ένα σκυλάκι, με ανθρώπινη λαλιά, που κανένας άλλος δεν το έβλεπε, ούτε το άκουγε, μόνον ο Θοδωρής. 
Το σκυλάκι ανέβηκε στο άλογο με τον Θοδωρη, όλοι πήραν την κατάλληλη θέση, και δόθηκε το σύνθημα.
Και οι δύο ήταν πολύ γυμνασμένοι, και πότε υπερτερούσε ο ένας, και πότε ο άλλος. Η Θοδωρα κάποια στιγμή πέτυχε το βασιλόπουλο στο στήθος, και αυτός έπεσε από το άλογο του. Το αίμα έτρεχε αλλά το τραύμα δεν ήταν σοβαρό. Ο πλούσιος βασιλιάς απογοητευμένος, πήρε το γιο του και γύρισαν στο παλάτι τους. Η Θοδώρα με την συνοδεία της, ακολούθησε για να παραλάβει το βασίλειο του ηττημένου. Τους επέτρεψε να μείνουν εκεί μέχρι να γίνει καλά το βασιλόπουλο. Όλοι της αναγνώρισαν παρόλο που ήταν εχθροί, είχε ευγένεια και γενναιοδωρία. Η Θοδώρα σιγά σιγά έγιναν με το βασιλόπουλο καλοί φίλοι. Όμως με τον καιρο το βασιλόπουλο, άρχισε να τρέφει όμορφα αισθήματα, και αποτελούσε μυστήριο που αισθάνονταν έτσι, λέει λοιπόν στον πατέρα του.


- Πατέρα υποψιάζομαι, πως ο Θοδωρής είναι γυναίκα και όχι άντρας!
- Μην λες ανοησίες, κάνεις σίγουρα λάθος.
- Το βλέμμα της πατέρα, είναι γυναίκας!
Δεν ξέρω τι να σου πω! για να σου φύγουν οι υποψίες πήγαινέ τον στο θησαυροφυλάκιο, δειξτου τους θησαυρους, πες του να πάρει ότι θέλει. Αν πάρει κοσμήματα και διαμαντικά, είναι γυναίκα αν διαλέξει όμως όπλα είναι άντρας. 
Το σκυλάκι που ήταν η ευχή του πατέρα της Θοδωρας, σαν αόρατο που ήταν, ότι άκουσε τα είπε όλα στην Θοδωρα. Έτσι εκείνη περιφρόνησε τα χρυσαφικά, και άρχισε να περιεργάζεται τα όπλα. Το βασιλόπουλο την είπε να πάρει ότι θέλει, και αυτή διάλεξε ένα σπαθί με χρυσή λαβή. Εκείνος είπε όλα όσα έγιναν στο θησαυροφυλάκιο.
Παιδί μου, έκανες λάθος! Η ομορφιά, και η ευγένεια του σε ξεγέλασαν. 
- Παρ´όλα αυτά πατέρα έχω αμφιβολίες.
- Κάλεσε τον Θοδωρή, τότε να κοιμηθεί στο δωματιο σου, και θα σου λυθεί η απορία. 
Το σκυλάκι άκουσε την συζήτηση, και είπε στην Θοδώρα.
- Θα πάρω την μορφή σου, και θα κοιμηθώ στην κάμαρη του.
Έτσι και έγινε. Το βράδυ η Θοδωρα δεν άντεξε άλλο να παίζει, αυτό το παιχνίδι, και έγραψε ένα γράμμα.
 « Θοδωρα μπήκα Θοδώρα βγήκα,
   φασκελα έδωσα στον βασιλιά, και βγήκα κερδισμένη»


Το άλλο πρωί το βασιλόπουλο είπε, πως ο Θοδωρής είναι άντρας, αλλά η αμφιβολία δεν έφευγε τελείως. Πήγε να βρει τον Θοδωρή, δεν τον βρήκε πουθενά, και τράβηξε προς την κάμαρη του. Εκεί βρήκε το γράμμα και αφού το διάβασε, έτρεξε ανέβηκε στο άλογο του, και πήγε να βρει την Θοδωρα στο παλάτι του πατέρα της. Όλοι χάρηκαν για όλα αυτά, και έγιναν οι γάμοι με χαρές και γλέντια, στα δυο βασίλεια.
Την Θοδωρα την πήρε το βασιλόπουλο στο δικό του παλάτι, και ο κάθε βασιλιάς έμεινε στο δικό του 
βασίλειο. Έτσι πέρασαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.



Κρητικό λαϊκό παραμύθι από την Σκέυω Ν. Παχακη το 1983
Διασκευή:Καρακιτσιου Μ.


 

Ο κήπος του Γίγαντα



Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας Γίγαντας με έναν πανέμορφο κήπο, που ήταν γεμάτος πολύχρωμα λουλούδια, απίθανα φυτά και δέντρα γεμάτα ευωδιαστά και νόστιμα φρούτα. Στον κήπο του γίγαντα κάθε ημέρα πήγαιναν παιδάκια να παίξουν  αλλά εκείνος τα έδιωχνε θυμωμένος. Και για να εμποδίσει τα παιδιά να ξαναμπούν, έχτισε έναν τεράστιο τοίχο γύρω από τον κήπο και στεκόταν στην πύλη για να φυλάει. Όμως καθώς οι μέρες περνούσαν ο κήπος άρχισε να χάνει την ομορφιά και τη φρεσκάδα του. Τα φρούτα και τα λουλούδια μαράθηκαν και η λάμψη του κήπου ξεθώριασε. 



Κάποια μέρα λοιπόν  ένα μικρό κοριτσάκι, κατάφερε να μπει στον κήπο χωρίς να την προσέξει ο Γίγαντας. Βάδισε προς ένα δέντρο και σκαρφάλωσε πάνω του για να κρυφτεί από τον Γίγαντα. Όμως σαν ανέβηκε πάνω στο δέντρο, εκείνο άρχισε να ανθίζει και να μοσχοβολά. Και σαν είδε ο γίγαντας το δέντρο να ξαναγίνεται φρέσκο κι όμορφο, κατάλαβε πόσο λάθος ήταν αυτό που είχε κάνει.  Αμέσως άνοιξε την πύλη του κήπου και άφησε όλα τα παιδάκια να μπουν μέσα.  Οι χαρούμενες φωνές, τα γέλια και τα τραγούδια πλημμύρισαν τον ξεθωριασμένο κήπο, τα λουλούδια άρχισαν ξανά να ανθίζουν, τα δέντρα να βζάζουν μυρωδάτα και νόστιμα φρούτα και χίλιες μυρωδιές να γεμίζουν ξανά τον κήπο του Γίγαντα.


Δευτέρα 27 Ιουνίου 2022

 

Η ΚΑλΩ ΚΑΙ Η ΜΑΡΩ





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χήρα μάνα, που΄χε μια θυγατέρα και μια προγονή. Τη θυγατέρα της την έλεγαν Κάλω και την προγονή της Μάρω. Η Κάλω ήταν άσχημη, ζηλιάρα και κακιά. Η Μάρω ήταν όμορφη και καλή και την αγαπούσε όλος ο κόσμος. Ζήλευε η μάνα που δεν ήταν ομορφότερη και καλύτερη η δικιά της θυγατέρα, κι ήθελε με κάθε τρόπο να ξεκάνει τη Μάρω.
Σαν ήρθαν τα Δωδεκαήμερα που βγαίνουν τα κατσόινα και πειράζουν τον κόσμο, αποφάσισε να στείλει τη Μάρω στο μύλο, τάχα για ν’αλέσει, αλλά ο σκοπός της ήταν να την πάρουν τα καψούρια Φορτώσαν το καλαμπόκι, το στάρι, ό,τι είχαν, στο μουλάρι και την έστειλε το βράδυ στο μύλο. Έφτασε η Μάρω στο μύλο, νύχτωσε. Να και τα καψούρια, βγήκαν από τις τρύπες και πήγαν κοντά στη Μάρω, που καρτερούσε να’ρθει η σειρά της ν’αλέσει, κι άρχισαν να την πειράζουν.


«Με παίρνεις εμένα για γαμπρό, Μάρω;», τη ρωτάει ο πρώτος.
«Σε παίαιαιρνωω», απαντάει αργά αργά η Μάρω.
«Με παίρνεις εμένα, Μάρω;», ρωτάει ο δεύτερος.
«Σε παίαιαιρνωω», απαντούσε πάλι αργά αργά η Μάρω, να περάσει η ώρα και να’ρθει το πρωί. Με παίρνεις εμένα, ο ένας, με παίρνεις εμένα, ο άλλος, ρωτούσαν όλοι με τη σειρά.
«Σε παίαιαιρνωω κι εσέεενα», απαντούσε όλο αργά αργά η Μάρω.
«Με παίλνεις κι εμένα Μάλω;», ρωτούσε κι ο μικρός.
«Σε παίαιαιρνωω και σέεενα», του’λεγε κι αυτουνού η Μάρω.
«Τι θέλει η νύφη, Μάρω;», ρωτούσαν πάλι τα κατσόινα.
«Η νύφη θέεελει φουστάαανιιι», είπε η Μάρω.
Μπρρρ, τα καψούρια, και πάν’ να φέρουν το φουστάνι της νύφης. Το ‘φέρναν και το ‘διναν στη Μάρω.
«Τι άλλο θέλει η νύφη, Μάρω;», ξαναρωτούσαν.
«Η νύφη θέεελει παπούουουτσιαααα», απαντούσε πάλι αργά αργά η Μάρω.
«Κακάιιιικου!», ελάλησε ο πρώτος πετεινός. Αρέντα[5] τα καψούρια κι ο μικρός από κοντά, να φέρουν τα παπούτσια της νύφης.
«Τι άλλο θέλει η νύφη, Μάρω;», ξαναρωτούσαν γρήγορα γρήγορα τα κατσόινα.
«Η νύφη θέεελει φακιόοολιιι 
Τρέχαν παλι αυτά να φέρουν το φακιόλι της Μάρως.
«Τι θέλει ακόμα η νύφη, Μάρω;».
«Κακάιιιικουου!», ο δέυτερος, «Κακάιιικουου!», κι ο τρίτος πετεινός. Παρατούν τα κατσόινα τη Μάρω και τα προικιά και πάν’ να κρυφτούν, γιατί κόντευε να ξημερώσει.
Παίρνει η Μάρω τ’άλεσμα, το φορτώνει, βάνει και τα προικιά και μπαίνει κι αυτή καβάλα στα μεσοσάμαρα και σκεπάζεται με το τσόλι να μη φαίνεται. Ξεκινάει το μουλάρι να γυρίσει σπίτι. Τα καψούρια κοίταζαν από τις τρύπες να δουν τη Μάρω, αλλά δεν την έβλεπαν. Μόνο ο μικρός κατάλαβε και φώναζε:
«Τσιάμαλα, τσιάμαλα!» Στα μεσοσάμαρα, στα μεσοσάμαρα!
Έφτασε η Μάρω στο σπίτι, κατεβαίνει απ’ το μουλάρι, ξεφορτώνει τ’ αλεύρι, παίρνει και τα προικιά, από τα κατσόινα, και μπαίνει μέσα. Μόλις τη βλέπει η μητριά, απόμεινα. Σαν είδε και τα προικιά, ζήλεψε και αποφασίζει το άλλο βράδυ να στείλει και τη δικιά της κόρη, την Κάλω, στο μύλο να της δώσουν κι αυτηνής φουστάνια και παπούτσια τα κατσόινα.
Ήρθε και τ’ άλλο βράδυ, φορτώνει το γέννημα στο μουλάρι και στέλνει και την Κάλω στο μύλο. Φτάνει η Κάλω στο μύλο νύχτα. Βγαίνουν τα κατσόινα, πάνε στην Κάλω, που καρτέραγε στην αράδα ν’ αλέσει, κι αρχινάν να την πειράζουν.
«Με παίρνεις εμένα γαμπρό, Κάλω;», ρωτάει ο πρώτος.
«Όχι», απαντάει άγρια η Κάλω.
«Με παίρνεις εμένα, Κάλω;», ρωτάει κι ο δεύτερος.
«Μπλλλ», βγάζει τη γλώσσα η Κάλω.
«Με παίρνεις εμένα, Κάλω;», τη ρωτούν ένας ένας οι άλλοι.
«Μπλλλ», τους κοροϊδεύει η Κάλω.
«Με παίλνεις εμένα, Κάλω;», ρωτάει κι ο μικρός.
«Μπλλλ», τον κοροϊδεύει κι αυτόν.
«Τι θέλει η νύφη, Κάλω;», ρωτούν πάλι τα κατσόινα.
«Μπλλλ», τα ματακοροϊδεύει η Κάλω.
Σαν είδαν κι απόειδαν τα καψούρια, την πιάνουν και την κάνουν λιανά λιανά κοψίδια και τη μαζεύουν μέσα στο τσόλι.
Φορτώνουν τ’  άλεσμα στο μουλάρι, βάνουν και το τσόλι με την Κάλω στα μεσοσάμαρα και το χτυπάνε να πάει σπίτι.
Φτάνει το μουλάρι στο σπίτι και στέκεται μπροστά στην πόρτα. Το βλέπουν οι γειτόνοι και φωνάζουν τη μάνα. Κατεβαίνει χαρούμενη η μάνα, να ιδεί τι της έδωκαν τα καψούρια της Κάλως, μα πού η Κάλω! Κοιτάει από δω, κοιτάει από κει, φωνάζει, πουθενά η Κάλω. Κάνει να ξεφορτώσει το μουλάρι, πέφτει χάμω το τσόλι με την καημένη την Κάλω.
Έτσι την έπαθε η κακιά μητριά κι θυγατέρα της, που βασάνιζαν κι ήθελαν το κακό της Μάρως, της ορφανής.




Πηγή: Γιάννα Σέργη, Λαϊκά Παραμύθια της Ηπείρου, εκδόσεις Εν Πλω, 2008



Πέμπτη 14 Μαΐου 2020


Ο ΧΑΣΑΝ ΚΑΙ Η ΔΟΥΛΕΙΑ 

Παραμυθι της Περσίας

Ήταν μια οικογένεια, η οποία είχε ένα παιδί, δεκαπέντε χρόνων. Το παιδί αυτό το έλεγαν Χασάν. Οι γονείς του Χασάν είχαν δουλέψει πολύ σκληρά για να τον μεγαλώσουν. Όμως ο Χασάν έπρεπε κάποια στιγμή να δουλέψει.
 Του είπε λοιπόν ο πατέρας του, να ψάξει να βρει δουλειά. Ο Χασάν φοβήθηκε να ψάξει, αλλά πως να πει όχι στον πατέρα του! Βρήκε μια δουλειά, και άρχισε να δουλεύει. Το μεσημέρι είχε κουραστεί πολύ, έφυγε από την δουλειά και πήγε στο σπίτι του. Φώναξε την μητέρα του και της είπε.
 - Μητέρα δεν μπορώ να δουλέψω, είμαι πολύ μικρός δεν μπορώ!
- Γιε μου πρέπει να δουλέψεις, αλλά εάν δεν πας θα σου δίνω εγώ χρήματα, να φέρνεις κάθε απογευμα στον πατέρα σου, και να λες ότι τα κέρδισες δουλεύοντας. 
Αυτό και έγινε. Το απογευμα γύρισε χαρούμενος.
 Ο πατέρας του καθόταν στο δωμάτιο. Σαν τον είδε του είπε.
- Καλώς τον! Κουράστηκες στην δουλειά σου; 
- Ναι πατέρα είπε ο Χασάν, και έδωσε τα χρήματα στον πατέρα του. Εκείνος πήρε τα χρήματα, και τα πέταξε στην φωτιά. Ο Χασάν δεν είπε τίποτα, μόνο πήγε στο δωμάτιο του, για ύπνο. Οι μέρες περνούσαν, και ο πατέρας του Χασάν πέταγε τα χρήματα στην φωτιά κάθε μέρα. Κάποτε τα χρήματα της μητέρας του τελείωσαν, και ο Χασάν αναγκάστηκε να δουλέψει. Το απογευμα κουρασμένος πήγε σπίτι του, και έδωσε τα χρήματα που κέρδισε δουλεύοντας, στον πατέρα του. Ο πατέρας του τα πέταξε πάλι στην φωτιά. 
- Τι κανείς πατέρα! Δούλεψα σκληρά όλη μέρα για αυτά τα χρήματα, και λέγοντας αυτά έβαλε το χέρι του στην φωτιά για να τα βγάλει. Το χέρι του Χασάν κάηκε,  αλλά έμαθε πως ότι κερδίζουμε με δυσκολία, καταλαβαίνουμε την αξία του, και δεν θελουμε να το χάσουμε!


Διασκευή 
Μ. Καρακιτσιου




Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020



  

Άρης και Αφροδίτη

    Στον Όλυμπο ο Ήφαιστος ενώθηκε με τα δεσμά του γάμου με την Αφροδίτη. Στον ίδιο αυτό τόπο ο Άρης, ενώ βρισκόταν στην αγκαλιά της Αφροδίτης πάνω στην κλίνη του Ήφαιστου, έγινε αντιληπτός από τον χωλό θεό και γελοιοποιήθηκε ενώπιον των Ολυμπίων, καθώς ο Ήφαιστος τύλιξε τους εραστές σε λεπτό χρυσό δίχτυ. Όταν τους απελευθέρωσε, η Αφροδίτη κατευθύνθηκε προς την Κύπρο, ο Άρης στον γενέθλιο τόπο του, τη Θράκη. Άρης και Ήφαιστος μοιράζονται, εκτός από την ίδια γυναίκα, και τη ίδια γελοιοποίηση. Ωστόσο, μετά της αποκάλυψη της παρασυζυγικής σχέσης, ο Ήφαιστος απαίτησε την επιστροφή των γαμήλιων δώρων από τον Δία, διαλύθηκε ο γάμος του με την Αφροδίτη και οι δύο εραστές έμειναν ελεύθεροι για ένα νόμιμο γάμο. Έτσι, ο Πίνδαρος ονομάζει τον Άρη χαλκάρματον πόσιν, σύζυγο, της Αφροδίτης (τέταρτος Πυθιόνικος, 87 κ.ε.) και τον περιγράφει όμορφο σαν τον Απόλλωνα. Και η Σαπφώ θα συγκρίνει, παινεύοντάς τον, τον γαμπρό του απ. 111 με τον Άρη. Στο μεταξύ, Άρης και Αφροδίτη εμφανίζονται συχνά στην τέχνη ο ένας δίπλα στον άλλον. (Εικ. 36373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566676869707172737475767778798081828384858687888990)

      Πηγή: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/mythology/lexicon/gods/ares/page_004.html

    Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

    Έρως και ψυχή

    Πηγη https://el.m.wikipedia.org/
    Λέγεται ότι η Ψυχή ήταν τόσο εκπληκτικά όμορφη που επισκίαζε ακόμη και την Αφροδίτη, την θεά της ομορφιάς και του έρωτα. Άνδρες συγκεντρωνόταν από παντού για να έρθουν να τη δουν και οι βωμοί της Αφροδίτης εγκαταλείφθηκαν εντελώς, καθώς όλοι λάτρευαν τώρα την ακαταμάχητη πριγκίπισσα αντί της θεάς, φέρνοντάς της προσφορές και σκορπίζοντας λουλούδια στους δρόμους όποτε έβγαινε έξω.
    Η απότομα ξεχασμένη Αφροδίτη ήταν εξαγριωμένη με την Ψυχή, ακόμα και αν το κορίτσι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για ότι συνέβαινε. Κάλεσε τον γιο της, Έρωτα (σε αυτόν τον μύθο παρουσιάζεται ως όμορφος νέος) και του έδωσε εντολή να κάνει την Ψυχή να  ερωτευθεί τον κατώτερο και πιο αξιοκαταφρόνητο άνδρα που θα μπορούσε να βρει. 
    Στο μεταξύ η Ψυχή υπέφερε τρομακτικά από την αφοσίωση που συσσωρεύτηκε επάνω της. Τη λάτρευαν και την εγκωμίαζαν, αλλά κανένας δεν τολμούσε να την ζητήσει σε γάμο γιατί ο Έρωτας είχε δηλητηριάσει τις ψυχές των ανδρών ώστε να μην την επιθυμούν. Ενώ οι μεγαλύτερες αδερφές της έκαναν ευτυχισμένους γάμους με όμορφους πρίγκιπες, η αξιολύπητη Ψυχή καθόταν μόνη στο σπίτι, αναθεματίζοντας μυστικά την ομορφιά της. Ο πατέρας της συμβουλεύτηκε ένα μαντείο του θεού Απόλλωνα που τον καθοδήγησε να πάρει την Ψυχή, ντυμένη με νυφικό φόρεμα, σε ένα υψηλό βουνό όπου έπρεπε να περιμένει την άφιξη του γαμπρού. Σύμφωνα με τον χρησμό, αυτός θα ήταν ένας δράκος που πετούσε φωτιές και γέμιζε με τρόμο ακόμα και τους θεούς.
    Τρομαγμένος ο πατέρας της Ψυχής υπάκουσε στις συμβουλές του χρησμού και με διάθεση γενικού πένθους, το κορίτσι οδηγήθηκε μακριά από το σπίτι της. Η Ψυχή προσπάθησε να παρηγορήσει τους γονείς της, αλλά παρέμειναν συντετριμμένοι στο θλιβερό παλάτι τους. Η ίδια η Ψυχή περίμενε στο ψηλό βουνό κλαίγοντας, αλλά ο Ζέφυρος, ο ευγενής δυτικός άνεμος, τη σήκωσε και τη μετέφερε σε μια όμορφη κοιλάδα όπου έπεσε σε βαθύ ύπνο πάνω στο φρέσκο γρασίδι.
    Όταν ξύπνησε, ανακάλυψε ένα ωραίο δάσος, μια πηγή που έβγαζε καθαρά νερά και ένα εκθαμβωτικό παλάτι χτισμένο από τους θεούς οι τοίχοι του οποίου ήταν διακοσμημένοι με  σκαλίσματα που αναπαριστούσαν όλα τα είδη άγριων ζώων. Τα πατώματα ήταν καλυμμένα με θαυμάσια ψηφιδωτά και άλλοι τοίχοι ήταν από ατόφιο χρυσάφι, που σήμαινε ότι ακόμα και όταν δεν έλαμπε ο ήλιος, το παλάτι λουζόταν από ένα χρυσό φως.
    Η Ψυχή μπήκε στο παλάτι διστακτικά και την περιποιήθηκαν αόρατοι υπηρέτες. Πήρε έναν σύντομο ύπνο, έκανε μπάνιο και απόλαυσε ένα νόστιμο γεύμα και ευχάριστη μουσική. Εκείνη τη νύχτα ένας άγνωστος άντρας την επισκέφτηκε και έσμιξε μαζί της στο κρεβάτι. Η Ψυχή φοβήθηκε μέχρι θανάτου, αλλά ο άγνωστος τη μεταχειρίσθηκε τρυφερά, αν και εξαφανίστηκε πριν από το φως της ημέρας. Επέστρεφε κάθε νύχτα και η Ψυχή μαγευόταν όλο και περισσότερο από τον έρωτά του. 
    Στο μεταξύ, οι αδελφές της Ψυχής θλιβόταν τόσο πολύ για τους γονείς τους που άρχισαν να την αναζητούν. Ο σύζυγος της Ψυχής την προειδοποίησε ότι οι αδερφές της πλησίαζαν στο παλάτι και της συνέστησε να τις αγνοήσει. Διαφορετικά θα έβλαπταν τον ίδιο και θα προκαλούσαν την καταστροφή της.
    Αρχικώς, η Ψυχή συμφώνησε να υπακούσει στις επιθυμίες του, αλλά ένιωθε βαθιά απόγνωση στη σκέψη να μεταχειριστεί τις αδερφές της τόσο σκληρόκαρδα. Ο σύζυγός της τη λυπήθηκε και της επέτρεψε να υποδεχτεί τις αδελφές της, να τους μιλήσει και να τους δώσει δώρα. Της είπε, ωστόσο, ότι εάν ρωτούσαν ποιος ήταν, αυτή δεν έπρεπε να το συζητήσει και να μη προσπαθήσει να ανακαλύψει την ταυτότητά του ούτε η ίδια. Αυτό θα ήταν καταστρεπτική ενέργεια και θα σήμαινε το τέλος της αγάπης τους. Η Ψυχή τον ευχαρίστησε, του είπε ότι δεν ήθελε να τον χάσει με κανένα τρόπο και του ζήτησε να κανονίσει ώστε ο Ζέφυρος να φέρει τις αδελφές της στο παλάτι.
    Ο Έρως, που ήταν ο μυστικός εραστής της Ψυχής, ικανοποίησε το αίτημά της και κράτησε την υπόσχεσή του. Η Ψυχή δέχτηκε με ενθουσιασμό τις αδελφές της στο παλάτι της, και όταν μια από αυτές επέμενε να ρωτάει για την ταυτότητα του συζύγου της, απλώς απάντησε ότι ήταν ένας νέος όμορφος άντρας που  περνούσε πάντα την ημέρα του κυνηγώντας. Φορτωμένες με θαυμάσια κοσμήματα, οι αδελφές της πήγαν στα σπίτια τους όπου άρχισε να τις τρώει φοβερή ζήλια. Η νεότερη αδελφή τους είχε γίνει ξαφνικά πάρα πολύ πλούσια και είχε επίσης βρει έναν απίστευτα όμορφο άνδρα, ενώ αυτές είχαν φορτωθεί με άσχημους, γέρους και ασθενικούς συζύγους. 
    Οι αδελφές αποφάσισαν να δώσουν στην Ψυχή ένα σκληρό μάθημα. Ο Έρως, που ακόμα η Ψυχή δεν γνώριζε ότι αυτός είναι ο εραστής της, επανέλαβε την προειδοποίησή του για τις αδερφές της και έπειτα της είπε ότι αυτή ήταν έγκυος. Εάν δεν έλεγε τίποτα στις αδερφές της, θα γεννούσε ένα θείο μωρό, διαφορετικά το παιδί θα ήταν ένας κοινός θνητός. Η Ψυχή είχε εκσταστιαστεί με αυτά τα νέα, αλλά δεν πήρε στα σοβαρά την προειδοποίηση ότι οι αδελφές της δεν έρχονται με καλό σκοπό.
    Βαθμιαίως, χρησιμοποιώντας δόλια τεχνάσματα, οι αδελφές της κατόρθωσαν να κερδίσουν τη συμπάθειά της και εκείνη, ξεχνώντας το ψέμα που τους είχε πει την προηγούμενη φορά, ότι ο άντρας της ήταν ένας ευκατάστατος πωλητής, αν και αρκετά ηλικιωμένος. Οι αδελφές της, ακόμα πιο ζηλόφθονες, και κορόιδεψαν την Ψυχή ότι ένας χρησμός τους είχε πει πως ο σύζυγός της ήταν στην πραγματικότητα ένας δράκος που θα την καταβρόχθιζε όταν γεννούσε το παιδί της. Η αφελής Ψυχή έχασε εντελώς το θάρρος της έπειτα από αυτό, παραδέχτηκε ότι δεν ήξερε ποιος ήταν ο σύζυγός της και ικέτεψε τις αδελφές την να την βοηθήσουν. Τη συμβούλεψαν να έχει ένα αιχμηρό μαχαίρι έτοιμο δίπλα στο κρεβάτι της και να κρύψει εκεί και ένα κερί. Μόλις ο σύζυγός της αποκοιμιόταν, θα έπρεπε να το κρατήσει ψηλά και να δει αν όσα της είπαν ήταν αληθινά. Εάν ήταν έτσι, θα έπρεπε να τον καρφώσει με το μαχαίρι. Έπειτα οι αδελφές της θα την έπαιρνα από το παλάτι και θα κανόνιζαν να παντρευτεί με ένα θνητό.
    Η Ψυχή αποφάσισε να το δοκιμάσει, αλλά όταν κοίταξε τον σύζυγό της κάτω από το φως  του κεριού είδε ότι ο άντρας της ήταν ο ίδιος ο φτερωτός Έρωτας. Το τόξο και τα βέλη του ήταν δίπλα στο κρεβάτι. Από περιέργεια η Ψυχή ακούμπησε ένα από τα βέλη του και πληγώθηκε από την άκρη του, κάνοντάς την να ερωτευτεί τον Έρωτα σφόδρα. Ωστόσο το κερί έσταξε πάνω στον ώμο του κοιμισμένου Έρωτα ο οποίος ξύπνησε ξαφνιασμένος και πέταξε μακριά, εξαγριωμένος με την Ψυχή που δεν κράτησε το λόγο της. Εκείνη πρόλαβε να πιαστεί από το πόδι του και υψώθηκε στον αέρα μαζί του.
    Psyche Opening the Door into Cupid's Garden.jpg
    Όταν η εξάντληση την ανάγκασε να τον αφήσει, ο Έρως αναγνώρισε ότι δεν είχε πραγματοποιήσει τις οδηγίες της μητέρας του κατά γράμμα, είχε πληγωθεί από τα βέλη του και επομένως ερωτεύτηκε απελπισμένα την Ψυχή. Κατάλαβε ότι οι αδελφές της την παραπλάνησαν και αποφάσισε να τις τιμωρήσει. Πέταξε έπειτα μακριά και άφησε την Ψυχή στην ερημιά. Ο Πάν, θεός της φύσης, τη λυπήθηκε και τη συμβούλεψε να προσπαθήσει να κερδίσει ξανά την εύνοια του Έρωτα. 
    Η Ψυχή ακολούθησε ένα μεγάλο μονοπάτι και βρέθηκε σε μια πόλη όπου κυβερνούσε ο σύζυγος μιας από τις αδελφές της. Είπε στην αδελφή της τι είχε συμβεί αλλά τελείωσε την ιστορία της λέγοντας ότι ο Έρωτας ήθελε τώρα να παντρευτεί αυτή την αδελφή. Εκείνη τρελάθηκε από επιθυμία, επινόησε μια δικαιολογία για το σύζυγό της και έτρεξε στην κορυφή του βουνού, εκεί όπου είχε αφεθεί αρχικώς η Ψυχή. Ρίχτηκε στο κενό με την ελπίδα ότι ο Έρωτας θα την έπιανε, αλλά έγινε κομμάτια και την έφαγαν τα πουλιά και τα ζώα που τρώνε ψοφίμια. Η Ψυχή τότε έφυγε μακριά για να επισκεφτεί την άλλη αδελφή της λέγοντάς την την ίδια ιστορία όπου και αυτή ρίχτηκε από την άκρη του βουνού.
    Στο μεταξύ ο Έρως μαράζωνε στο κρεβάτι της μητέρας του με φοβερούς πόνους από το  έγκαυμα. Ένας γλάρος είπε στην Αφροδίτη, που έπαιζε στη θάλασσα τι συμβαίνει στον γιο της. Ο γλάρος επισήμανε ότι υπήρχαν λίγες πιθανότητες να επιστρέψουν οι άνθρωποι στην λατρεία του Έρωτα και της Αφροδίτης και ότι η ασχήμια και το μίσος κυβερνούσαν τώρα τον κόσμο.
    Όταν η Αφροδίτη άκουσε ότι ο Έρωτας είχε πάρει την Ψυχή για αγαπημένη του, πήγε οργισμένη σ' αυτόν και τον επέπληξε. Αποφάσισε να αφήσει τον γιο της να υποφέρει πολύ περισσότερο και έφυγε πάλι απο το παλάτι της. Η Δήμητρα και η Ήρα, που τη συνάντησαν τυχαία, της επισήμαναν ότι ο γιος της ήταν ένα πλήρως ενηλικιωμένο άτομο και ότι είχε δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος για την ερωτική του ζωή αλλά η θεά της αγάπης δεν λογικευόταν. 
    Η Ψυχή, εν τω μεταξύ, περιπλανιόταν ακόμα απελπισμένα από μέρος σε μέρος αναζητώντας τον σύζυγό της. Ικέτεψε την Δήμητρα και την Ήρα να την βοηθήσουν, αλλά οι δύο θεές αρνήθηκαν να κάνουν οτιδήποτε για αυτήν. Τότε η Ψυχή αποφάσισε να προσεγγίσει την Αφροδίτη για να προσπαθήσει να κατευνάσει το θυμό της. Ούτε η θεά του έρωτα καθόταν αδρανής. Με το άρμα που έφτιαξε για αυτή ο Ήφαιστος, πήγε να δει τον Δία και ζήτησε την βοήθεια του Ερμή για να μπορέσει να εντοπίσει την Ψυχή. Ο Ερμής ζήτησε από τους ανθρώπους να δηλώσουν εάν και που είχαν δει την Ψυχή. 
    Vouet-Psyché-Lyon.jpg
    Σχεδόν αμέσως, ένας υπηρέτης της Αφροδίτης αναγνώρισε την Ψυχή και την έσυραν στο παλάτι της θεάς από τα μαλλιά. Η Αφροδίτη ξυλοφόρτωσε την άτυχη Ψυχή χωρίς να ξέρει ότι η κοπέλα ήταν έγκυος. Έσκισε τα ρούχα της και την διέταξε να διαβαθμίσει και να ταξινομήσει μια απέραντη ποσότητα όλων των ειδών σιταριού και φασολιών. Η Ψυχή δεν είχε καμιά ιδέα από που να αρχίσει αλλά τα μυρμήγκια την βοήθησαν και ταξινόμησαν όλους τους κόκκους γι' αυτήν.
    Η Αφροδίτη υποψιάστηκε ότι κάποιος είχε βοηθήσει την Ψυχή και τη διέταξε να φέρει μια τούφα μαλλιού από κάποια χρυσόμαλλα άγρια πρόβατα. Αυτή τη φορά, ένα καλάμι που φύτρωνε στην όχθη του ποταμού βοήθησε το απελπισμένο κορίτσι. Τη συμβούλεψε να αποφύγει τα πρόβατα κατά τη διάρκεια των καυτών ωρών της ημέρας και αργότερα, όταν αυτά θα ξεκουραζόταν στη σκιά, να μαζέψει μερικό μαλλί που θα είχε κολλήσει στα κλαδιά. Πάλι όμως η Αφροδίτη δεν ήταν ικανοποιημένη. Η Ψυχή έπρεπε τώρα να ανέβει στη κορυφή ενός βουνού και να γεμίσει ένα κρυστάλλινο αγγείο με μαύρο νερό απο μια πηγή που προερχόταν από τον ποταμό του Κάτω Κόσμου Στύγα. Η καρδιά της Ψυχής βούλιαζε καθώς ανέβαινε στο βουνό. Δράκοι βγήκαν από τις τρύπες τους, ενώ ακόμα και τα νερά ύψωσαν τις φωνές τους για να την αποθαρρύνουν. Σε εκείνο το σημείο ένας αετός, που ήταν φίλος του Έρωτα, έτρεξε να τη βοηθήσει. 
    Συμβούλεψε την Ψυχή να μην πάει η ίδια να πάρει το επικίνδυνο νερό και γέμισε εκείνος το δοχείο γι' αυτή. Άλλη μια φορά η Αφροδίτη δεν ήταν ικανοποιημένη. Έδωσε στην Ψυχή ένα μικρό κουτί και της είπε να κατέβει στον Κάτω Κόσμο. Εκεί έπρεπε να γεμίσει το κουτί με την κρέμα ομορφιάς που χρησιμοποιούσε η σύζυγος του ΆδηΠερσεφόνη. Η Ψυχή ήταν έξω φρενών και συλλογίστηκε να πηδήξει από έναν πύργο. Ο πύργος, ωστόσο, τη λυπήθηκε και της εξήγησε πως θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ασφαλή επιστροφή της από τον Κάτω Κόσμο. Είπε στην Ψυχή να πάρει μερικά νομίσματα μαζί της για τον πορθμέα Χάροντα και ειδικά γλυκά για να προσφέρει στο αιμοδιψές, τρικέφαλο σκυλί - φρουρό του Άδη, Κέρβερο. Έπρεπε επίσης να προσέχει για έναν κουτσό που θα οδηγούσε ένα μουλάρι καθώς και έναν γέρο άνδρα που θα γλιστρούσε στη Στύγα και ίσως της ζητούσε να τον πάρει στη βάρκα του Χάροντα, γιατί ήταν παγίδες που έβαλε η Αφροδίτη. Εάν η Περσεφόνη προσκαλούσε την Ψυχή να αισθανθεί σαν στο σπίτι της και της πρόσφερε γεύμα, έπρεπε να το αρνηθεί και να δεχτεί μόνο μια κόρα από ψωμί.
    Psyche-Waterhouse.jpg
    Η Ψυχή ακολούθησε προσεκτικά τις οδηγίες του πύργου και είχε θερμή υποδοχή από την Περσεφόνη. Η θεά γέμισε αμέσως το κουτί με το βάλσαμο και η Ψυχή επέστρεψε ασφαλής από το βασίλειο των νεκρών. 
    Ύστερα όμως δεν μπόρεσε να νικήσει την περιέργειά της και άνοιξε το κουτί. Δεν φάνηκε να υπάρχει τίποτα μέσα σ' αυτό αλλά η Ψυχή έπεσε αμέσως σε βαθύ ύπνο.
    Εν τω μεταξύ ο Έρως είχε αναρρώσει από το έγκαυμά του. Γεμάτος με σφοδρή επιθυμία για την Ψυχή, δραπέτευσε από το δωμάτιο στο οποίο τον είχε φυλακίσει η μητέρα του, βρήκε την αγαπημένη του και επέστρεψε τον ληθαργικό ύπνο στο κουτί, βοηθώντας την Ψυχή να εκτελέσει την αποστολή της πλήρως. Πέταξε έπειτα μέχρι τον Δία για να τον ικετέψει να εγκρίνει τον γάμο του μαζί της. 
    Ο Δίας συμφώνησε με το αίτημα του Έρωτα και κάλεσε τους θεούς να συγκεντρωθούν για να τους γνωστοποιήσει την απόφασή του. Δήλωσε ότι ο Έρωτας έπρεπε τώρα να αρχίσει να φέρεται επιτέλους όπως ένας αληθινός σύζυγος και όχι ως επιπόλαιος νέος, και κατέστησε σαφές στην Αφροδίτη ότι ο Έρωτας δεν είχε κάνει κακό γάμο, επειδή η Ψυχή θα γινόταν θεά. Ανέθεσε στον Ερμή να φέρει το κορίτσι στον Όλυμπο, όπου ο γάμος γιορτάστηκε με χαρά. Ο Έρωτας και η Ψυχή παρέμειναν σύζυγοι και απέκτησαν έναν γιο, τον Βόλουπτα (φιλήδονος).
    Η ιστορία όπως ειπώθηκε εδώ, μια παγκοσμίως διάσημη ιστορία, σχετίζεται με τον Ρωμαίο συγγραφέα Απουλήιο που την περιλαμβάνει στην ανθολογία του, Ο χρυσός γάιδαρος. Εκτός από συγγραφεύς, ο Απουλήιος ήταν και φιλόσοφος και ενίσχυσε την ιστορία του με πολλές συμβολικές έννοιες. Η Ψυχή αντιπροσώπευε την ψυχή και ο Έρωτας τη θεϊκή αγάπη. Μόνο υπερνικώντας τη θεία αγάπη μπορούσε η ψυχή να βρει την αληθινή ολοκλήρωσή της.

      ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ Είναι η ιστορία ενός κακού γέρου: του Ebenezer Scrooge που δεν του αρέσουν τα Χριστούγεννα. Είναι ένας τσιγκούνης ...