Η ΘΕΟΔΩΡΑ
Μια φορά κι ένα καιρο, υπήρχαν δυο βασιλιάδες που τα βασίλεια τους ήταν δίπλα δίπλα. Ο ένας είχε πλούσιο βασίλειο με πολλούς στρατιώτες. Είχε και έναν γιο γενναίο, καλό, και με άλλα πολλά χαρίσματα. Ο άλλος βασιλιάς είχε τρεις κόρες, λιγότερο στρατό, λιγότερη δύναμη. Ο πλούσιος βασιλιάς κάποτε αποφάσισε να ενώσει τα δυο βασιλεια, και να γίνει πολύ δυνατός. Έστειλε μήνυμα στον βασιλιά του μικρότερου βασιλείου, και του ζήτησε να ενώσουν τα βασιλεια τους χωρίς αντίσταση, και αυτός να γίνει άρχοντας και οι βασιλοπουλες, αρχοντοπούλες, διαφορετικά θα κατακτούσε με πόλεμο, το βασίλειο και θα ήταν αυτός και οι κόρες του σκλάβοι. Αυτό το μήνυμα τάραξε πολύ τον βασιλιά, σηκώθηκε από τον χρυσό του θρόνο, και έκατσε στον μπρούτζινο του θρόνο. Ο βασιλιάς είχε τρεις θρόνους, τον χρυσό, τον ασημένιο και τον μπρούτζινο. Στον χρυσό καθόταν όταν ήταν χαρούμενος, στον ασημένιο όταν ήταν ήρεμος, και στον μπρούτζινο όταν ήταν ανήσυχος, και προβληματισμένος.

Σε λίγο κατέβηκε η μεγάλη του κόρη, τον καλημέρισε, και σαν τον είδε να κάθεται στον θρόνο τον μπρούτζινο, τον ρώτησε τι του συμβαίνει.
- Πατέρα μου τι έχεις; Τι σε κάνει να ανησυχείς; Ο πατέρας της εξήγησε, για το μήνυμα που έλαβε από τον πλούσιο βασιλιά.
- Μα πατέρα, για αυτό στεναχωριέσαι; Δεν θέλει σκέψη! Είναι δυνατότερος, και αν πεις όχι θα γίνουμε σκλάβοι του. Καλύτερα να είσαι άρχοντας, και εμείς αρχοντοπούλες.
- Κόρη μου αυτό δεν μπορώ να το κανω. Θα μαζέψω όλο το χρυσό του βασιλειου, ακόμα και από τις εκκλησίες, για να κανω δυνατότερο στρατό. Η βασιλοπούλα δεν μπόρεσε, να μεταπείσει τον πατέρα της να αλλάξει γνώμη, και κλαίγοντας έφυγε για την κάμαρα της.
Σε λίγο κατέβηκε η δεύτερη κόρη. Και εκείνη αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο, στο άκουσμα του μηνύματος του γείτονα βασιλιά. Και εκείνη προσπάθησε να τον μεταπείσει, αλλά μάταιος κόπος. Έτσι κλαμένη και αυτή, ανέβηκε στην κάμαρά της.
Μετά από λίγο κατέβηκε η μικρή κόρη, και όταν είδε τον πατέρα της λυπημένο, ρώτησε ποια είναι η αιτία, και είναι τόσο λυπημένος. Ο πατέρας της, εξήγησε για το μήνυμα που πήρε από τον πλούσιο βασιλιά, και πως αυτός δεν πρόκειται, να παραδώσει το βασίλειο του.
- Συμφωνώ πατέρα μου, δεν πρόκειται να παραδώσουμε την πατρίδα.
- Ναί παιδί μου, θα πολεμήσουμε τον κακό γείτονα μας.
- Πατέρα μου γιατί να μπλέξουμε με πόλεμο, που θα φέρει πολλά δεινά; Να του ζητήσεις να μονομαχήσουμε, και ο νικητής να πάρει το βασίλειο του ηττημένου.
- Ναι κόρη μου, καλά τα λες, Μα εγώ δεν έχω γιο;
- Έχεις εμένα πατέρα, την Θοδώρα! Θα ντυθώ άντρας, και με πίστη θα νικήσω. Από τώρα και πέρα λέγε με Θοδωρη!
- πως να σε αφήσω κόρη μου γενναία θα κινδυνέψεις.
Από τα πολλά παρακάλια, λέγε λέγε έπεισε τον πατέρα της. Έστειλε μήνυμα στον γείτονα βασιλιά, και εκείνος δέχτηκε την πρόταση της.
Ντύθηκε στα αντρικά η Θοδωρα, και ζήτησε την ευχή του πατέρα της. Ο Θοδωρής πια, ετοιμάστηκε και μαζί με την συνοδεία της, πήγαν στο μέρος της συνάντησης. Οι σάλπιγγες ήχησαν, και μπροστά ξεπήδησε ένα σκυλάκι, με ανθρώπινη λαλιά, που κανένας άλλος δεν το έβλεπε, ούτε το άκουγε, μόνον ο Θοδωρής.
Το σκυλάκι ανέβηκε στο άλογο με τον Θοδωρη, όλοι πήραν την κατάλληλη θέση, και δόθηκε το σύνθημα.
Και οι δύο ήταν πολύ γυμνασμένοι, και πότε υπερτερούσε ο ένας, και πότε ο άλλος. Η Θοδωρα κάποια στιγμή πέτυχε το βασιλόπουλο στο στήθος, και αυτός έπεσε από το άλογο του. Το αίμα έτρεχε αλλά το τραύμα δεν ήταν σοβαρό. Ο πλούσιος βασιλιάς απογοητευμένος, πήρε το γιο του και γύρισαν στο παλάτι τους. Η Θοδώρα με την συνοδεία της, ακολούθησε για να παραλάβει το βασίλειο του ηττημένου. Τους επέτρεψε να μείνουν εκεί μέχρι να γίνει καλά το βασιλόπουλο. Όλοι της αναγνώρισαν παρόλο που ήταν εχθροί, είχε ευγένεια και γενναιοδωρία. Η Θοδώρα σιγά σιγά έγιναν με το βασιλόπουλο καλοί φίλοι. Όμως με τον καιρο το βασιλόπουλο, άρχισε να τρέφει όμορφα αισθήματα, και αποτελούσε μυστήριο που αισθάνονταν έτσι, λέει λοιπόν στον πατέρα του.
- Πατέρα υποψιάζομαι, πως ο Θοδωρής είναι γυναίκα και όχι άντρας!
- Μην λες ανοησίες, κάνεις σίγουρα λάθος.
- Το βλέμμα της πατέρα, είναι γυναίκας!
- Δεν ξέρω τι να σου πω! για να σου φύγουν οι υποψίες πήγαινέ τον στο θησαυροφυλάκιο, δειξτου τους θησαυρους, πες του να πάρει ότι θέλει. Αν πάρει κοσμήματα και διαμαντικά, είναι γυναίκα αν διαλέξει όμως όπλα είναι άντρας.
Το σκυλάκι που ήταν η ευχή του πατέρα της Θοδωρας, σαν αόρατο που ήταν, ότι άκουσε τα είπε όλα στην Θοδωρα. Έτσι εκείνη περιφρόνησε τα χρυσαφικά, και άρχισε να περιεργάζεται τα όπλα. Το βασιλόπουλο την είπε να πάρει ότι θέλει, και αυτή διάλεξε ένα σπαθί με χρυσή λαβή. Εκείνος είπε όλα όσα έγιναν στο θησαυροφυλάκιο.
- Παιδί μου, έκανες λάθος! Η ομορφιά, και η ευγένεια του σε ξεγέλασαν.
- Παρ´όλα αυτά πατέρα έχω αμφιβολίες.
- Κάλεσε τον Θοδωρή, τότε να κοιμηθεί στο δωματιο σου, και θα σου λυθεί η απορία.
Το σκυλάκι άκουσε την συζήτηση, και είπε στην Θοδώρα.
- Θα πάρω την μορφή σου, και θα κοιμηθώ στην κάμαρη του.
Έτσι και έγινε. Το βράδυ η Θοδωρα δεν άντεξε άλλο να παίζει, αυτό το παιχνίδι, και έγραψε ένα γράμμα.
« Θοδωρα μπήκα Θοδώρα βγήκα,
φασκελα έδωσα στον βασιλιά, και βγήκα κερδισμένη»
Το άλλο πρωί το βασιλόπουλο είπε, πως ο Θοδωρής είναι άντρας, αλλά η αμφιβολία δεν έφευγε τελείως. Πήγε να βρει τον Θοδωρή, δεν τον βρήκε πουθενά, και τράβηξε προς την κάμαρη του. Εκεί βρήκε το γράμμα και αφού το διάβασε, έτρεξε ανέβηκε στο άλογο του, και πήγε να βρει την Θοδωρα στο παλάτι του πατέρα της. Όλοι χάρηκαν για όλα αυτά, και έγιναν οι γάμοι με χαρές και γλέντια, στα δυο βασίλεια.
Την Θοδωρα την πήρε το βασιλόπουλο στο δικό του παλάτι, και ο κάθε βασιλιάς έμεινε στο δικό του
βασίλειο. Έτσι πέρασαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Κρητικό λαϊκό παραμύθι από την Σκέυω Ν. Παχακη το 1983
Διασκευή:Καρακιτσιου Μ.