Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Έρως και ψυχή

Πηγη https://el.m.wikipedia.org/
Λέγεται ότι η Ψυχή ήταν τόσο εκπληκτικά όμορφη που επισκίαζε ακόμη και την Αφροδίτη, την θεά της ομορφιάς και του έρωτα. Άνδρες συγκεντρωνόταν από παντού για να έρθουν να τη δουν και οι βωμοί της Αφροδίτης εγκαταλείφθηκαν εντελώς, καθώς όλοι λάτρευαν τώρα την ακαταμάχητη πριγκίπισσα αντί της θεάς, φέρνοντάς της προσφορές και σκορπίζοντας λουλούδια στους δρόμους όποτε έβγαινε έξω.
Η απότομα ξεχασμένη Αφροδίτη ήταν εξαγριωμένη με την Ψυχή, ακόμα και αν το κορίτσι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για ότι συνέβαινε. Κάλεσε τον γιο της, Έρωτα (σε αυτόν τον μύθο παρουσιάζεται ως όμορφος νέος) και του έδωσε εντολή να κάνει την Ψυχή να  ερωτευθεί τον κατώτερο και πιο αξιοκαταφρόνητο άνδρα που θα μπορούσε να βρει. 
Στο μεταξύ η Ψυχή υπέφερε τρομακτικά από την αφοσίωση που συσσωρεύτηκε επάνω της. Τη λάτρευαν και την εγκωμίαζαν, αλλά κανένας δεν τολμούσε να την ζητήσει σε γάμο γιατί ο Έρωτας είχε δηλητηριάσει τις ψυχές των ανδρών ώστε να μην την επιθυμούν. Ενώ οι μεγαλύτερες αδερφές της έκαναν ευτυχισμένους γάμους με όμορφους πρίγκιπες, η αξιολύπητη Ψυχή καθόταν μόνη στο σπίτι, αναθεματίζοντας μυστικά την ομορφιά της. Ο πατέρας της συμβουλεύτηκε ένα μαντείο του θεού Απόλλωνα που τον καθοδήγησε να πάρει την Ψυχή, ντυμένη με νυφικό φόρεμα, σε ένα υψηλό βουνό όπου έπρεπε να περιμένει την άφιξη του γαμπρού. Σύμφωνα με τον χρησμό, αυτός θα ήταν ένας δράκος που πετούσε φωτιές και γέμιζε με τρόμο ακόμα και τους θεούς.
Τρομαγμένος ο πατέρας της Ψυχής υπάκουσε στις συμβουλές του χρησμού και με διάθεση γενικού πένθους, το κορίτσι οδηγήθηκε μακριά από το σπίτι της. Η Ψυχή προσπάθησε να παρηγορήσει τους γονείς της, αλλά παρέμειναν συντετριμμένοι στο θλιβερό παλάτι τους. Η ίδια η Ψυχή περίμενε στο ψηλό βουνό κλαίγοντας, αλλά ο Ζέφυρος, ο ευγενής δυτικός άνεμος, τη σήκωσε και τη μετέφερε σε μια όμορφη κοιλάδα όπου έπεσε σε βαθύ ύπνο πάνω στο φρέσκο γρασίδι.
Όταν ξύπνησε, ανακάλυψε ένα ωραίο δάσος, μια πηγή που έβγαζε καθαρά νερά και ένα εκθαμβωτικό παλάτι χτισμένο από τους θεούς οι τοίχοι του οποίου ήταν διακοσμημένοι με  σκαλίσματα που αναπαριστούσαν όλα τα είδη άγριων ζώων. Τα πατώματα ήταν καλυμμένα με θαυμάσια ψηφιδωτά και άλλοι τοίχοι ήταν από ατόφιο χρυσάφι, που σήμαινε ότι ακόμα και όταν δεν έλαμπε ο ήλιος, το παλάτι λουζόταν από ένα χρυσό φως.
Η Ψυχή μπήκε στο παλάτι διστακτικά και την περιποιήθηκαν αόρατοι υπηρέτες. Πήρε έναν σύντομο ύπνο, έκανε μπάνιο και απόλαυσε ένα νόστιμο γεύμα και ευχάριστη μουσική. Εκείνη τη νύχτα ένας άγνωστος άντρας την επισκέφτηκε και έσμιξε μαζί της στο κρεβάτι. Η Ψυχή φοβήθηκε μέχρι θανάτου, αλλά ο άγνωστος τη μεταχειρίσθηκε τρυφερά, αν και εξαφανίστηκε πριν από το φως της ημέρας. Επέστρεφε κάθε νύχτα και η Ψυχή μαγευόταν όλο και περισσότερο από τον έρωτά του. 
Στο μεταξύ, οι αδελφές της Ψυχής θλιβόταν τόσο πολύ για τους γονείς τους που άρχισαν να την αναζητούν. Ο σύζυγος της Ψυχής την προειδοποίησε ότι οι αδερφές της πλησίαζαν στο παλάτι και της συνέστησε να τις αγνοήσει. Διαφορετικά θα έβλαπταν τον ίδιο και θα προκαλούσαν την καταστροφή της.
Αρχικώς, η Ψυχή συμφώνησε να υπακούσει στις επιθυμίες του, αλλά ένιωθε βαθιά απόγνωση στη σκέψη να μεταχειριστεί τις αδερφές της τόσο σκληρόκαρδα. Ο σύζυγός της τη λυπήθηκε και της επέτρεψε να υποδεχτεί τις αδελφές της, να τους μιλήσει και να τους δώσει δώρα. Της είπε, ωστόσο, ότι εάν ρωτούσαν ποιος ήταν, αυτή δεν έπρεπε να το συζητήσει και να μη προσπαθήσει να ανακαλύψει την ταυτότητά του ούτε η ίδια. Αυτό θα ήταν καταστρεπτική ενέργεια και θα σήμαινε το τέλος της αγάπης τους. Η Ψυχή τον ευχαρίστησε, του είπε ότι δεν ήθελε να τον χάσει με κανένα τρόπο και του ζήτησε να κανονίσει ώστε ο Ζέφυρος να φέρει τις αδελφές της στο παλάτι.
Ο Έρως, που ήταν ο μυστικός εραστής της Ψυχής, ικανοποίησε το αίτημά της και κράτησε την υπόσχεσή του. Η Ψυχή δέχτηκε με ενθουσιασμό τις αδελφές της στο παλάτι της, και όταν μια από αυτές επέμενε να ρωτάει για την ταυτότητα του συζύγου της, απλώς απάντησε ότι ήταν ένας νέος όμορφος άντρας που  περνούσε πάντα την ημέρα του κυνηγώντας. Φορτωμένες με θαυμάσια κοσμήματα, οι αδελφές της πήγαν στα σπίτια τους όπου άρχισε να τις τρώει φοβερή ζήλια. Η νεότερη αδελφή τους είχε γίνει ξαφνικά πάρα πολύ πλούσια και είχε επίσης βρει έναν απίστευτα όμορφο άνδρα, ενώ αυτές είχαν φορτωθεί με άσχημους, γέρους και ασθενικούς συζύγους. 
Οι αδελφές αποφάσισαν να δώσουν στην Ψυχή ένα σκληρό μάθημα. Ο Έρως, που ακόμα η Ψυχή δεν γνώριζε ότι αυτός είναι ο εραστής της, επανέλαβε την προειδοποίησή του για τις αδερφές της και έπειτα της είπε ότι αυτή ήταν έγκυος. Εάν δεν έλεγε τίποτα στις αδερφές της, θα γεννούσε ένα θείο μωρό, διαφορετικά το παιδί θα ήταν ένας κοινός θνητός. Η Ψυχή είχε εκσταστιαστεί με αυτά τα νέα, αλλά δεν πήρε στα σοβαρά την προειδοποίηση ότι οι αδελφές της δεν έρχονται με καλό σκοπό.
Βαθμιαίως, χρησιμοποιώντας δόλια τεχνάσματα, οι αδελφές της κατόρθωσαν να κερδίσουν τη συμπάθειά της και εκείνη, ξεχνώντας το ψέμα που τους είχε πει την προηγούμενη φορά, ότι ο άντρας της ήταν ένας ευκατάστατος πωλητής, αν και αρκετά ηλικιωμένος. Οι αδελφές της, ακόμα πιο ζηλόφθονες, και κορόιδεψαν την Ψυχή ότι ένας χρησμός τους είχε πει πως ο σύζυγός της ήταν στην πραγματικότητα ένας δράκος που θα την καταβρόχθιζε όταν γεννούσε το παιδί της. Η αφελής Ψυχή έχασε εντελώς το θάρρος της έπειτα από αυτό, παραδέχτηκε ότι δεν ήξερε ποιος ήταν ο σύζυγός της και ικέτεψε τις αδελφές την να την βοηθήσουν. Τη συμβούλεψαν να έχει ένα αιχμηρό μαχαίρι έτοιμο δίπλα στο κρεβάτι της και να κρύψει εκεί και ένα κερί. Μόλις ο σύζυγός της αποκοιμιόταν, θα έπρεπε να το κρατήσει ψηλά και να δει αν όσα της είπαν ήταν αληθινά. Εάν ήταν έτσι, θα έπρεπε να τον καρφώσει με το μαχαίρι. Έπειτα οι αδελφές της θα την έπαιρνα από το παλάτι και θα κανόνιζαν να παντρευτεί με ένα θνητό.
Η Ψυχή αποφάσισε να το δοκιμάσει, αλλά όταν κοίταξε τον σύζυγό της κάτω από το φως  του κεριού είδε ότι ο άντρας της ήταν ο ίδιος ο φτερωτός Έρωτας. Το τόξο και τα βέλη του ήταν δίπλα στο κρεβάτι. Από περιέργεια η Ψυχή ακούμπησε ένα από τα βέλη του και πληγώθηκε από την άκρη του, κάνοντάς την να ερωτευτεί τον Έρωτα σφόδρα. Ωστόσο το κερί έσταξε πάνω στον ώμο του κοιμισμένου Έρωτα ο οποίος ξύπνησε ξαφνιασμένος και πέταξε μακριά, εξαγριωμένος με την Ψυχή που δεν κράτησε το λόγο της. Εκείνη πρόλαβε να πιαστεί από το πόδι του και υψώθηκε στον αέρα μαζί του.
Psyche Opening the Door into Cupid's Garden.jpg
Όταν η εξάντληση την ανάγκασε να τον αφήσει, ο Έρως αναγνώρισε ότι δεν είχε πραγματοποιήσει τις οδηγίες της μητέρας του κατά γράμμα, είχε πληγωθεί από τα βέλη του και επομένως ερωτεύτηκε απελπισμένα την Ψυχή. Κατάλαβε ότι οι αδελφές της την παραπλάνησαν και αποφάσισε να τις τιμωρήσει. Πέταξε έπειτα μακριά και άφησε την Ψυχή στην ερημιά. Ο Πάν, θεός της φύσης, τη λυπήθηκε και τη συμβούλεψε να προσπαθήσει να κερδίσει ξανά την εύνοια του Έρωτα. 
Η Ψυχή ακολούθησε ένα μεγάλο μονοπάτι και βρέθηκε σε μια πόλη όπου κυβερνούσε ο σύζυγος μιας από τις αδελφές της. Είπε στην αδελφή της τι είχε συμβεί αλλά τελείωσε την ιστορία της λέγοντας ότι ο Έρωτας ήθελε τώρα να παντρευτεί αυτή την αδελφή. Εκείνη τρελάθηκε από επιθυμία, επινόησε μια δικαιολογία για το σύζυγό της και έτρεξε στην κορυφή του βουνού, εκεί όπου είχε αφεθεί αρχικώς η Ψυχή. Ρίχτηκε στο κενό με την ελπίδα ότι ο Έρωτας θα την έπιανε, αλλά έγινε κομμάτια και την έφαγαν τα πουλιά και τα ζώα που τρώνε ψοφίμια. Η Ψυχή τότε έφυγε μακριά για να επισκεφτεί την άλλη αδελφή της λέγοντάς την την ίδια ιστορία όπου και αυτή ρίχτηκε από την άκρη του βουνού.
Στο μεταξύ ο Έρως μαράζωνε στο κρεβάτι της μητέρας του με φοβερούς πόνους από το  έγκαυμα. Ένας γλάρος είπε στην Αφροδίτη, που έπαιζε στη θάλασσα τι συμβαίνει στον γιο της. Ο γλάρος επισήμανε ότι υπήρχαν λίγες πιθανότητες να επιστρέψουν οι άνθρωποι στην λατρεία του Έρωτα και της Αφροδίτης και ότι η ασχήμια και το μίσος κυβερνούσαν τώρα τον κόσμο.
Όταν η Αφροδίτη άκουσε ότι ο Έρωτας είχε πάρει την Ψυχή για αγαπημένη του, πήγε οργισμένη σ' αυτόν και τον επέπληξε. Αποφάσισε να αφήσει τον γιο της να υποφέρει πολύ περισσότερο και έφυγε πάλι απο το παλάτι της. Η Δήμητρα και η Ήρα, που τη συνάντησαν τυχαία, της επισήμαναν ότι ο γιος της ήταν ένα πλήρως ενηλικιωμένο άτομο και ότι είχε δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος για την ερωτική του ζωή αλλά η θεά της αγάπης δεν λογικευόταν. 
Η Ψυχή, εν τω μεταξύ, περιπλανιόταν ακόμα απελπισμένα από μέρος σε μέρος αναζητώντας τον σύζυγό της. Ικέτεψε την Δήμητρα και την Ήρα να την βοηθήσουν, αλλά οι δύο θεές αρνήθηκαν να κάνουν οτιδήποτε για αυτήν. Τότε η Ψυχή αποφάσισε να προσεγγίσει την Αφροδίτη για να προσπαθήσει να κατευνάσει το θυμό της. Ούτε η θεά του έρωτα καθόταν αδρανής. Με το άρμα που έφτιαξε για αυτή ο Ήφαιστος, πήγε να δει τον Δία και ζήτησε την βοήθεια του Ερμή για να μπορέσει να εντοπίσει την Ψυχή. Ο Ερμής ζήτησε από τους ανθρώπους να δηλώσουν εάν και που είχαν δει την Ψυχή. 
Vouet-Psyché-Lyon.jpg
Σχεδόν αμέσως, ένας υπηρέτης της Αφροδίτης αναγνώρισε την Ψυχή και την έσυραν στο παλάτι της θεάς από τα μαλλιά. Η Αφροδίτη ξυλοφόρτωσε την άτυχη Ψυχή χωρίς να ξέρει ότι η κοπέλα ήταν έγκυος. Έσκισε τα ρούχα της και την διέταξε να διαβαθμίσει και να ταξινομήσει μια απέραντη ποσότητα όλων των ειδών σιταριού και φασολιών. Η Ψυχή δεν είχε καμιά ιδέα από που να αρχίσει αλλά τα μυρμήγκια την βοήθησαν και ταξινόμησαν όλους τους κόκκους γι' αυτήν.
Η Αφροδίτη υποψιάστηκε ότι κάποιος είχε βοηθήσει την Ψυχή και τη διέταξε να φέρει μια τούφα μαλλιού από κάποια χρυσόμαλλα άγρια πρόβατα. Αυτή τη φορά, ένα καλάμι που φύτρωνε στην όχθη του ποταμού βοήθησε το απελπισμένο κορίτσι. Τη συμβούλεψε να αποφύγει τα πρόβατα κατά τη διάρκεια των καυτών ωρών της ημέρας και αργότερα, όταν αυτά θα ξεκουραζόταν στη σκιά, να μαζέψει μερικό μαλλί που θα είχε κολλήσει στα κλαδιά. Πάλι όμως η Αφροδίτη δεν ήταν ικανοποιημένη. Η Ψυχή έπρεπε τώρα να ανέβει στη κορυφή ενός βουνού και να γεμίσει ένα κρυστάλλινο αγγείο με μαύρο νερό απο μια πηγή που προερχόταν από τον ποταμό του Κάτω Κόσμου Στύγα. Η καρδιά της Ψυχής βούλιαζε καθώς ανέβαινε στο βουνό. Δράκοι βγήκαν από τις τρύπες τους, ενώ ακόμα και τα νερά ύψωσαν τις φωνές τους για να την αποθαρρύνουν. Σε εκείνο το σημείο ένας αετός, που ήταν φίλος του Έρωτα, έτρεξε να τη βοηθήσει. 
Συμβούλεψε την Ψυχή να μην πάει η ίδια να πάρει το επικίνδυνο νερό και γέμισε εκείνος το δοχείο γι' αυτή. Άλλη μια φορά η Αφροδίτη δεν ήταν ικανοποιημένη. Έδωσε στην Ψυχή ένα μικρό κουτί και της είπε να κατέβει στον Κάτω Κόσμο. Εκεί έπρεπε να γεμίσει το κουτί με την κρέμα ομορφιάς που χρησιμοποιούσε η σύζυγος του Άδη, Περσεφόνη. Η Ψυχή ήταν έξω φρενών και συλλογίστηκε να πηδήξει από έναν πύργο. Ο πύργος, ωστόσο, τη λυπήθηκε και της εξήγησε πως θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ασφαλή επιστροφή της από τον Κάτω Κόσμο. Είπε στην Ψυχή να πάρει μερικά νομίσματα μαζί της για τον πορθμέα Χάροντα και ειδικά γλυκά για να προσφέρει στο αιμοδιψές, τρικέφαλο σκυλί - φρουρό του Άδη, Κέρβερο. Έπρεπε επίσης να προσέχει για έναν κουτσό που θα οδηγούσε ένα μουλάρι καθώς και έναν γέρο άνδρα που θα γλιστρούσε στη Στύγα και ίσως της ζητούσε να τον πάρει στη βάρκα του Χάροντα, γιατί ήταν παγίδες που έβαλε η Αφροδίτη. Εάν η Περσεφόνη προσκαλούσε την Ψυχή να αισθανθεί σαν στο σπίτι της και της πρόσφερε γεύμα, έπρεπε να το αρνηθεί και να δεχτεί μόνο μια κόρα από ψωμί.
Psyche-Waterhouse.jpg
Η Ψυχή ακολούθησε προσεκτικά τις οδηγίες του πύργου και είχε θερμή υποδοχή από την Περσεφόνη. Η θεά γέμισε αμέσως το κουτί με το βάλσαμο και η Ψυχή επέστρεψε ασφαλής από το βασίλειο των νεκρών. 
Ύστερα όμως δεν μπόρεσε να νικήσει την περιέργειά της και άνοιξε το κουτί. Δεν φάνηκε να υπάρχει τίποτα μέσα σ' αυτό αλλά η Ψυχή έπεσε αμέσως σε βαθύ ύπνο.
Εν τω μεταξύ ο Έρως είχε αναρρώσει από το έγκαυμά του. Γεμάτος με σφοδρή επιθυμία για την Ψυχή, δραπέτευσε από το δωμάτιο στο οποίο τον είχε φυλακίσει η μητέρα του, βρήκε την αγαπημένη του και επέστρεψε τον ληθαργικό ύπνο στο κουτί, βοηθώντας την Ψυχή να εκτελέσει την αποστολή της πλήρως. Πέταξε έπειτα μέχρι τον Δία για να τον ικετέψει να εγκρίνει τον γάμο του μαζί της. 
Ο Δίας συμφώνησε με το αίτημα του Έρωτα και κάλεσε τους θεούς να συγκεντρωθούν για να τους γνωστοποιήσει την απόφασή του. Δήλωσε ότι ο Έρωτας έπρεπε τώρα να αρχίσει να φέρεται επιτέλους όπως ένας αληθινός σύζυγος και όχι ως επιπόλαιος νέος, και κατέστησε σαφές στην Αφροδίτη ότι ο Έρωτας δεν είχε κάνει κακό γάμο, επειδή η Ψυχή θα γινόταν θεά. Ανέθεσε στον Ερμή να φέρει το κορίτσι στον Όλυμπο, όπου ο γάμος γιορτάστηκε με χαρά. Ο Έρωτας και η Ψυχή παρέμειναν σύζυγοι και απέκτησαν έναν γιο, τον Βόλουπτα (φιλήδονος).
Η ιστορία όπως ειπώθηκε εδώ, μια παγκοσμίως διάσημη ιστορία, σχετίζεται με τον Ρωμαίο συγγραφέα Απουλήιο που την περιλαμβάνει στην ανθολογία του, Ο χρυσός γάιδαρος. Εκτός από συγγραφεύς, ο Απουλήιος ήταν και φιλόσοφος και ενίσχυσε την ιστορία του με πολλές συμβολικές έννοιες. Η Ψυχή αντιπροσώπευε την ψυχή και ο Έρωτας τη θεϊκή αγάπη. Μόνο υπερνικώντας τη θεία αγάπη μπορούσε η ψυχή να βρει την αληθινή ολοκλήρωσή της.

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2020



Η ΓΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Η γάτα και το ποντίκι
Αδελφοί Γκριμ
Μια φορα κι εναν καιρο ήτανε μια γάτα, που έπιασε φιλίες μ' έναν ποντικό. Και τού 'δωσε τόσες υποσχέσεις και τού 'ταξε τόσα ωραία πράγματα, που με τα πολλά ο ποντικός συμφώνησε και δέχτηκε να ζήσουνε μαζί στο ίδιο σπίτι, μοιράζοντας σαν καλοί φίλοι τα υπάρχοντα τους. " Αλλά θα πρέπει να φροντίσουμε γ ι α το χειμώνα, ειδαλλιως θα πεινάσουμε ," είπε η γάτα. " Εσύ, ποντικέ, να προσέχεις πού πατάς και να μη χώνεσαι όπου βρεις, γιατί στο τέλος Οα πιαστείς σε καμιά φάκα και θα σε χάσω ." Η ιδέα της γάτας ήταν καλή και πράγματι αγόρασαν ένα βαρελάκι βούτυρο, να τό 'χουν γ ια το χειμώνα. Μόνο που δεν ήξεραν πού να το κρύψουν, γ ι α να μην τους το κλέψει κανείς. Αφού έσπασαν τα κεφάλια τους, η γάτα μίλησε και είπε: " Δεν μπορώ να βρω καλύτερη κρυψώνα απ την εκκλησία. Εκεί δεν τολμάει κανείς ν απλώσει το χέρι του και να κλέψει το παραμικρό. Πάμε να τ αφήσουμε κάτω από την Α γ ί α Τράπεζα. Και δεν θα τ' ανοίξουμε παρά μόνον όταν θα το χρειαστούμε ."
  Έκρυψαν λοιπόν κι ασφάλισαν το βούτυρο για το χειμώνα. Αλλά πριν περάσει πολύς καιρός, τη γάτα την έπιασε λιγούρα γ ι α τη νόστιμη λιχουδιά. Και λέει στον ποντικό: " Ποντικέ, η ξαδέρφη μου γέννησε κι έφερε στον κόσμο ένα γατάκι καστανόξανθο. Σήμερα θα γίνει η βάφτιση κι εγώ θα είμαι νονά. Ά σ ε με να πάω και φρόντισε μόνος σου το σπιτικό μας ." - " Εντάξει, εντάξει ," αποκρίθηκε το ποντίκι. " Πήγαινε στο καλό του Θεού. Κι αν σας τρατάρουν τίποτα καλό, μη με ξεχάσεις. Μ' αρέσουν και μένα τα κουφέτα ."
Αλλά ήταν όλα ψέματα. Η γάτα ούτε ξαδέρφη είχε, ούτε ανιψάκι είχε αποκτήσει. Π α ρ ά μια και δυο τραβάει γ ι α την εκκλησία, τρυπώνει κάτω απ' την Α γ ί α Τράπεζα κι ανοίγει το βαρελάκι με το βούτυρο. Αφού έφαγε το πάνω πάνω, το καϊμάκι, έκα\ε μια βόλτα πάνω απ' τις στέγες των κοντινών σπιτιών, λιάστηκε καλά καλά, σκούπισε τα μουστάκια της και ξερογλειφότανε κάθε που θυμότανε το βούτυρο. Κατά το βραδάκι γύρισε σπίτι. " Επιτέλους ήρθες! ," την υποδέχτηκε ο ποντικός. " Τα πέρασες ωραία; " - " Καλά ήτανε ." - α Και πώς το βγάλατε το γ α τ ά κ ι; ," ρώτησε ο ποντικός, α Π α ε ι τ ο - καϊμάκι ," απάντησε ξερά η γάτα. " Παειτοκαϊμάκι; ," απόρησε ο ποντικός. " Παράξενο όνομα. Το συνηθίζετε στην οικογένεια σας; " - " Μην το ψάχνεις ," τον έκοψε η γάτα. " Δεν είναι δα χειρότερο απ το όνομα που έδωσες εσύ στο βαφτιστήρι σου: Ψιχουλοφάης . . . "
   Δεν πέρασε πολύς καιρός και τη γάτα πάλι την έπιασε λιγούρα γ ι α το βούτυρο. Γυρνάει λοιπόν και λέει στον ποντικό: " Θα μου κάνεις τη χάρη και θα φροντίσεις σήμερα μόνος σου το σπιτικό μας. Γιατί θα γ ί νω και πάλι νονά. Το καινούργιο γατάκι είναι μαύρο με μια άσπρη γραμμούλα γύρω απ' το λαιμό. Δεν μπορώ να πω όχι ." Ο καλός ο ποντικός συμφώνησε. Η γάτα όμως χώθηκε στα στενά και κρυφά έφτασε μέχρι την εκκλησία. Εκεί άνοιξε πάλι το βαρελάκι και κατέβασε το βούτυρο ώς τη μέση. " Τ ί π ο τ α δεν είναι πιο νόστιμο ," σκέφτηκε, " άπ' αυτό που τρως εσύ ο ίδιος ." Κι έμεινε πολύ ευχαριστημένη απ5 την εκδρομή της. Ό τ α ν γύρισε σπίτι, ο ποντικός τη ρώτησε: " Πώς το βάφτισες αυτό το γατάκι; " - " Π α ε ι τ ο μ ι σ ό ," απάντησε η γάτα. - " Παειτομισό! Τι λες; Σ όλη μου τη ζωή δεν έχω ξανακούσει τέτοιο όνομα. Β ά ζ ω στοίχημα ότι στο ημερολόγιο δεν έχει μέρα να γ ι ο ρ τ ά ζ ε ι! "
 
Δεν πέρασε πολύς καιρός και της γάτας της τρέξανε πάλι τα σάλια γ ι α το βούτυρο. " Ό λ α τα καλά πράγματα τριτώνουν ," είπε στον ποντικό. " Με κάλεσαν πάλι νονά σε μια βάφτιση. Το γατάκι αυτή τη φορά είναι κατάμαυρο, μόνο που έχει άσπρα ποδαράκια. Ούτε μια άσπρη τρίχα σ' όλο του το κορμάκι. Αυτό είναι πολύ σπάνιο, μια φορά στα δέκα χρόνια συμβαίνει. Θα μ' αφήσεις να π ά ω; " - " Παειτοκαϊμάκι, Παειτομισό! Α υ τ ά τα παράξενα ονόματα μ έχουν βάλει σε σκέψεις ." - " Είναι επειδή κάθεσαι κλεισμένος όλη μέρα εδώ μέσα με την γκρίζα σου τη ρόμπα και με την ουρίτσα σου τυλιγμένη στην πολυθρόνα. Αυτά παθαίνει όποιος δεν βγαίνει έξω ." Ο ποντικός έμεινε λοιπόν σπίτι και καθάρισε και σκούπισε και συγύρισε. Η λιχούδα γάτα όμως έβαλε κάτω το βαρελάκι και το τέλειωσε το βούτυρο. " Δεν ησυχάζεις παρά μονάχα όταν τον φας όλον το μεζέ ," μονολόγησε 
  Χορτάτη και καλοφαγωμένη γύρισε σπίτι αργά το βράδυ. Ο ποντικός ρώτησε αμέσως να μάθει τι όνομα είχανε δώσει στο τρίτο γατάκι. " Μπα, ούτε αυτό θα σου αρέσει ," του αποκρίθηκε η γάτα. " Το βγάλαμε Παειόλο ." - " Παειόλο! ," φώναξε ο ποντικός. " Αυτό είναι το πιο παράξενο απ όλα. Δεν τό ' χω συναντήσει πουθενά γραμμένο. Τι στην ευχή σημαίνει; " Και κουνώντας το κεφάλι του κουλουριάστηκε στη γωνιά του να κοιμηθεί.

Από τότε κι ύστερα κανείς δεν ξανακάλεσε τη γάτα να βαφτίσει. Ό τ α ν όμως χειμώνιασε κι έξω δεν έβρισκαν π ι α τίποτα να φάνε, ο ποντικός θυμήθηκε το βούτυρο και είπε: " Έ λ α , γάτα, πάμε στην εκκλησία να πάρουμε το βούτυρο, που είχαμε φυλάξει γ ι α το χ ε ι μ ώ να. Θα είναι ό,τι πρέπει ." - " Μάλιστα ," αποκρίθηκε η γάτα. " Γ ι α σένα προπάντον θα είναι ό,τι πρέπει. Και δεν θα σου πέσει βαρύ στο στομάχι. Είναι ελαφρύ, σαν να τρως αέρα κοπανιστό ." Μια και δυο, ξεκινάνε γ ι α την εκκλησία. Κι όταν έφτασαν, βρήκαν το βαρελάκι στη θέση του. Αλλά ήταν άδειο. " Τώρα καταλαβαίνω ," είπε ο ποντικός. " Ωραία φίλη είσαι! Αντί να βαφτίζεις γατάκια, ερχόσουνα εδώ και έτρωγες το βούτυρο. Πρώτα πρώτα Παειτοκαϊμάκι, μετά Παειτομισό, κι ύστερα . . . " - " Σ τ α μ ά τ α! " τον έκοψε η γάτα. " Ά λ λ η μια λέξη και θα σε φάω κι εσένα! " - " . . . Παειό-όλο! ," ξεστόμισε ο καημένος ο ποντικός. Και πριν προλάβει ν' αποσώσει το λόγο του, τον αρπάζει η γάτα και τον κάνει μια χαψιά. Τι να κάνουμε; Έ τ σ ι είναι ο κόσμος.
 Πηγη:grim stories.com




Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

 

   Η αλεπού και ο κορυδαλλός

Μια φορά και έναν καιρο ήταν μια αλεπού, που δεν είχε φάει τίποτα, για πολλές ημέρες, και πεινούσε παρά πολύ. Καθώς περπατούσε βλέπει ανάμεσα σε κάτι θάμνους, έναν κορυδαλλό.
-Α! Εδώ έχει κάνει την φωλιά του! Θα πλησιάσω σιγά σιγά, και θα τον αρπάξω! Βέβαια είναι λίγος, για να χορτάσω αλλά με την πείνα που έχω καλός είναι.
 Πλησιάζει σιγά σιγά, η κυρία αλεπού, και κάνει έναν σάλτο, αλλά ο κορυδαλλός, πιο γρήγορος πέταξε πάνω από το κεφάλι της.

- καλημέρα! του είπε, άδικα τρόμαξες και έφυγες. 

- Μα εσυ όρμησες στην φωλιά μου, για να με φας. 

- όχι με παρεξήγησες, σκόνταψα και έπεσα στην φωλιά σου. Έλα μην φοβάσαι, κατεβα έχω όρεξη για κουβέντα, έχω νέα να σου πω!

 - ποια είναι τα νέα;

- δεν τα έμαθες; Άκουσα το σπουργιτη να λέει, ότι τραγουδάει πιο καλά από εσένα.

- λες ψέματα! Ο Σπουργίτης δεν τραγουδάει καθόλου!

- Δεν σου λέω ψέματα, έχω κάτι ακόμα να σου πω...


- Ακούω, είπε ο κορυδαλλός 

- Μα κατέβα να τα  πούμε! Δεν μπορώ άλλο να κοιτάζω ψηλά, πόνεσε ο λαιμός μου! 
 Ο κορυδαλλός όμως δεν την πίστεψε.

- Έλα εσυ εδώ πάνω μύρα αλεπού, γιατί να κατέβω εγώ; 

Η αλεπού κατάλαβε πως ο κορυδαλλός ήταν πιο έξυπνος, από ότι νομιζε, και έτσι απομακρυνθηκε, με την ουρά στα  σκέλια, και με το στομάχι να γουργουρίζει από την πείνα. Ο κορυδαλλός πετούσε από πάνω της, την κορόιδευε και τραγουδούσε, αλλά η κυρα αλεπού έκανε πως δεν τον έβλεπε, ούτε τον άκουγε.

 

Μύθοι ΑΙΣΩΠΟΥ
Διασκευη: Καρακιτσιου Μαρια



Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019



Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

Μια φορά και έναν καιρό ένας νεαρός λύκος, ζούσε μαζί με άλλους σε μια αγέλη, μέσα στο δάσος.
Θέλησε να γίνει αρχηγός της αγέλης, στη θέση του αρχηγού αλλα νικήθηκε παρόλο που ήταν νεότερος. Νικημένος και ντροπιασμένος, έφυγε από την αγέλη. Ήταν όμως πολύ δύσκολο, να βρει τροφή μόνος.
 
  Ένα κοράκι είδε τον μοναχικό λύκο, και άρχισε να τον ακολουθεί. Τα κοράκια συνηθίζουν να ακολουθούν τους μοναχικούς λύκους, βοηθώντας τους να βρουν τροφή ξέροντας, ότι κάτι θα μείνει και για αυτά. Ο λύκος ψάχνοντας για τροφή, βγήκε από το δάσος και έφθασε σε ένα λιβάδι, όπου βοσκούσε  ένα κοπάδι με πρόβατα.

Του λύκου τα σάλια άρχισαν να τρέχουν βλέποντας τα πρόβατα.
- Α! εδώ θα βρω φαγητό, ειπε και άρχισε να παραμονέυει, μήπως και κανένα προβατάκι, απομακρυνθεί από το κοπάδι και το αρπάξει.
 Όμως τα σκυλια του κοπαδιού, μύρισαν τον λύκο, και άρχισαν να τον γαβγίζουν και να τον κυνηγούν. Τρέχει, τρέχει ο λύκος να γλυτώσει και αφού απομακρύνθηκε, ξάπλωσε να ξεκουραστεί.


Άλλη μια μέρα πέρασε χωρίς να φάει κάτι. Αποκαμωμένος όπως ήταν τον πήρε ο ύπνος. Το κοράκι όμως πάνω, σε ένα κλαδί δέντρου κοίταζε γύρω, γύρω μήπως και δει κανένα ζώο. Ξαφνικά βλέπει ένα αγριογούρουνο, να βόσκει παρά πέρα, και άρχισε να φωνάζει.
- κρα! κρα! ξύπνα!
 Ο λυκος ξύπνησε, και σιγά σιγά ζύγωσε το αγριογουρουνο που έβοσκε αμέριμνο. Κάποια στιγμή όμως είδε τον λύκο, και άρχισε να αγριεύει, και να ετοιμάζεται να τον ορμήσει. Ο καημένος ο λυκος σκέφτηκε πως δεν θα μπορέσει, να το νικήσει και έφυγε σιγά σιγά. 
 -τζίφος! νηστικός και σήμερα είπε. Εξαντλημένος όπως ήταν έγειρε, κάτω από ένα δέντρο, και το κοράκι πάνω σε ένα κλαδί.

 Εκεί που είχε χάσει κάθε ελπίδα, άκουσε το κοράκι να τον φωνάζει.
- κρα! κρα! ένας λαγός! Τρέχει ο λυκος με όση δύναμη του είχε απομείνει, και χραπ τον έπιασε.
 Έτσι ο λυκος έφαγε μετά από μια εβδομάδα, έφαγε και το κοράκι. Πήραν ξανά τον δρόμο, και κάπου εκεί συνάντησαν μια λυκαινα, που ήταν και αυτή μόνη. Ο λυκος σκέφτηκε πως αν κυνηγούν και οι δυο,θα είναι πολύ πιο εύκολο να βρίσκουν τροφή. Η λυκαινα δέχτηκε και έτσι συνέχισαν μαζί....






Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Η ΑΛΕΠΟΥ 100 ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΕΠΟΥΔΑΚΙ 101

Η αλεπού μια κρύα μέρα, με πολύ χιόνι βγήκε από την φωλιά της, και έκατσε στον ήλιο για να 
ζεσταθεί. Μετά από λίγο ήρθε και το αλεπουδακι της, και έκατσε κοντά της.
 Πες το ένα πες το άλλο,πέρασε η ώρα ήρθε το μεσημέρι, και η αλεπού δεν το κουνούσε από τον ήλιο.
-μάνα τι κάνουμε τώρα εδώ;
- ζεσταινόμαστε! του λέει.
- και που είναι η φωτιά; λέει το αλεπουδακι.
- μα δεν την βλέπεις; Εκεί στο απέναντι βουνό, λέει η αλεπού.
 Σε λίγο βάζει τις φωνές.
- μάνα! μάνα! νερό! 
- τι έπαθες καλό μου; τι το θέλεις το νερό;
-κάηκα μάνα! 
- από που κάηκες; το ρώτησε.
- να, μάνα από μια σπίθα που πετάχτηκε, από την φωτιά απέναντι, και μου έκαψε το αυτί μου.
 - μπράβο! παιδάκι μου του είπε η αλεπού. Είσαι πολύ έξυπνο, και ξέρω ότι μπορεις να ζήσεις μόνο σου από δω και πέρα.


Είναι όπως λένε η αλεπού 100 και το αλεπουδακι 101.



 




Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019


 


Η ΠΙΤΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΝ

Στα αρχαία χρόνια, το πεύκο δεν ήταν δέντρο, αλλά μια πανέμορφη νύμφη του δάσους. Η Πίτυς ερωτεύτηκε τον θεό Πάνα, και τον ακολουθούσε από πηγη σε πηγη, και εκείνος της τραγουδούσε μαγευτικός σκοπούς με την φλογέρα του.
   
 Την Πίτυς όμως για κακή της τύχη την ερωτεύτηκε ο Βορέας, ο θεός του βορείου αγερα, ο οποίος την κυνηγούσε να την πάρει από τον Πάνα.
 
 Όταν εκείνη του αντιστάθηκε, ο Βορεας εξοργίστηκε και προσπάθησε να την γκρεμίσει από έναν βράχο πολύ ψηλό. Την στιγμή εκείνη ο Πάνας την λυπήθηκε πολύ και πριν η Πίνυς να τσακιστεί στα βράχια την μεταμόρφωσε σε πεύκο.
 

Οβίδιος


Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Η ΓΟΥΡΟΥΝΑ





Μια φορά κι έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό ζούσε ένας γουρούνας.Αυτος ο γουρούνας είχε μια γουρούνα.Ολη μέρα η γουρούνα έτρεχε από δω και από εκεί ελεύθερη και το σούρουπο γύριζε στο σπίτι.Ενα βραδυ η γουρούνα δεν γύρισε σπίτι και ο γουρούνας την έψαχνε όλη νύχτα.
 


 Εκεί που έψαχνε κάποια στιγμή ακούει έναν θόρυβο πάει προς τα εκεί και βλέπει την γουρούνα να κάθεται σε έναν λάκκο γεμάτα χρυσά φλουριά.Παιρνει ο γουρουνάς την γουρούνα και τα φλουριά και γυρίζει στο σπίτι. Πλούσιος τώρα αγόρασε ένα πολύ όμορφο και μεγάλο σπίτι, έκανε μια εκκλησία, βοηθούσε τους φτωχούς.Την γουρούνα που τον έκανε πλούσιο την είχε μη βρέξει και μη στάξει.

Πέρασαν τα χρόνια γέρασε η γουρούνα και πέθανε.Στεναχωρια μεγάλη ο γουρούνας σαν να είχε πεθάνει άνθρωπος δικός του.
«Θα την κανω μια πολύ καλή κηδεία» μονολόγησε.Μια και δυο πάει να βρει τον παπά.

« καλησπέρα παπά μου»

 «καλώς τον γουρουνά» είπε ο παπάς
« είμαι πολύ στεναχωρημένος παπά μου γιατί πέθανε η γουρούνα μου και θέλω να την κάνεις μια καλή κηδεία.


 
Ο παπάς έγινε έξαλλος.
« τι λες αθεόφοβε; Που ακούστηκε να ψάλλω την γουρούνα;»
Ο γουρουνάς έκλαιγε και παρακαλούσε.
«παπά μου την γουρούνα την είχα σαν παιδί μου,σε αυτήν χρωστώ όλα μου τα πλούτη»
Ο παπάς δεν άκουγε τίποτα
«εγώ δεν έχω εντολή τέτοια από τον Θεό» είπε
Ο γουρουνάς βγάζει μια κουμπούρα
«έρχεσαι η,´ όχι» τον λέει τρομάζει ο παπάς τι να κάνει, έψαλε την γουρούνα.


  
Την άλλη μέρα επειδή φοβήθηκε πήγε στον δεσπότη να του τα πει πριν τα μάθει από άλλου.
« δέσποτα μου το και το»
«τι λες παπά αυτό είναι αμαρτία! να πει τον γουρουνά να ρθει εδώ»
Πάει ο παπάς στο χωριό και λέει στον γουρουνά.
«σε θέλει ο δεσπότης»
 Πάει στην πόλη ο γουρουνάς και γραμμή για τον δεσπότη μαζί με πεσκέσια,  κοτούλες, αυγά, τυριά, πως να πάει σε ολόκληρο δεσπότη με άδεια χέρια;
«για έλα εδώ γουρουνά τι είναι αυτά που έμαθα;»είπε όλο νεύρα ο δεσπότης.Ο γουρούνας άρχισε να κλαψουρίζει.
« Αχ δέσποτα μου την είχα σαν παιδί μου»
«αυτό είναι μεγάλη αμαρτία» είπε ο δεσπότης.
«αυτή η γουρούνα με έκανε πλούσιο νοικοκύρη» Ο δεσπότης εξαγριωμένος δεν άκουγε τίποτα.Ο γουρουνάς τότε τον λέει.


«ξέρεις τι γουρούνα ήταν αυτή;»
«Ε τι γουρούνα ήταν;» ρώτησε ακόμα πιο οργισμένος ο δεσπότης.
«να μια μέρα πριν πεθάνει με φώναξε και με είπε» «πάρε αυτό το σακούλι με τα φλουριά και δώστο από μένα στον δεσπότη»
«τι λες βρε γουρουνά με θυμήθηκε και εμένα η συγχωρεμένη;»είπε και πήρε το σακούλι με τα φλουριά.Ετσι έζησαν όλοι καλά και εμείς καλύτερα. 


  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ Είναι η ιστορία ενός κακού γέρου: του Ebenezer Scrooge που δεν του αρέσουν τα Χριστούγεννα. Είναι ένας τσιγκούνης ...