Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2020



Η ΓΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Η γάτα και το ποντίκι
Αδελφοί Γκριμ
Μια φορα κι εναν καιρο ήτανε μια γάτα, που έπιασε φιλίες μ' έναν ποντικό. Και τού 'δωσε τόσες υποσχέσεις και τού 'ταξε τόσα ωραία πράγματα, που με τα πολλά ο ποντικός συμφώνησε και δέχτηκε να ζήσουνε μαζί στο ίδιο σπίτι, μοιράζοντας σαν καλοί φίλοι τα υπάρχοντα τους. " Αλλά θα πρέπει να φροντίσουμε γ ι α το χειμώνα, ειδαλλιως θα πεινάσουμε ," είπε η γάτα. " Εσύ, ποντικέ, να προσέχεις πού πατάς και να μη χώνεσαι όπου βρεις, γιατί στο τέλος Οα πιαστείς σε καμιά φάκα και θα σε χάσω ." Η ιδέα της γάτας ήταν καλή και πράγματι αγόρασαν ένα βαρελάκι βούτυρο, να τό 'χουν γ ια το χειμώνα. Μόνο που δεν ήξεραν πού να το κρύψουν, γ ι α να μην τους το κλέψει κανείς. Αφού έσπασαν τα κεφάλια τους, η γάτα μίλησε και είπε: " Δεν μπορώ να βρω καλύτερη κρυψώνα απ την εκκλησία. Εκεί δεν τολμάει κανείς ν απλώσει το χέρι του και να κλέψει το παραμικρό. Πάμε να τ αφήσουμε κάτω από την Α γ ί α Τράπεζα. Και δεν θα τ' ανοίξουμε παρά μόνον όταν θα το χρειαστούμε ."
  Έκρυψαν λοιπόν κι ασφάλισαν το βούτυρο για το χειμώνα. Αλλά πριν περάσει πολύς καιρός, τη γάτα την έπιασε λιγούρα γ ι α τη νόστιμη λιχουδιά. Και λέει στον ποντικό: " Ποντικέ, η ξαδέρφη μου γέννησε κι έφερε στον κόσμο ένα γατάκι καστανόξανθο. Σήμερα θα γίνει η βάφτιση κι εγώ θα είμαι νονά. Ά σ ε με να πάω και φρόντισε μόνος σου το σπιτικό μας ." - " Εντάξει, εντάξει ," αποκρίθηκε το ποντίκι. " Πήγαινε στο καλό του Θεού. Κι αν σας τρατάρουν τίποτα καλό, μη με ξεχάσεις. Μ' αρέσουν και μένα τα κουφέτα ."
Αλλά ήταν όλα ψέματα. Η γάτα ούτε ξαδέρφη είχε, ούτε ανιψάκι είχε αποκτήσει. Π α ρ ά μια και δυο τραβάει γ ι α την εκκλησία, τρυπώνει κάτω απ' την Α γ ί α Τράπεζα κι ανοίγει το βαρελάκι με το βούτυρο. Αφού έφαγε το πάνω πάνω, το καϊμάκι, έκα\ε μια βόλτα πάνω απ' τις στέγες των κοντινών σπιτιών, λιάστηκε καλά καλά, σκούπισε τα μουστάκια της και ξερογλειφότανε κάθε που θυμότανε το βούτυρο. Κατά το βραδάκι γύρισε σπίτι. " Επιτέλους ήρθες! ," την υποδέχτηκε ο ποντικός. " Τα πέρασες ωραία; " - " Καλά ήτανε ." - α Και πώς το βγάλατε το γ α τ ά κ ι; ," ρώτησε ο ποντικός, α Π α ε ι τ ο - καϊμάκι ," απάντησε ξερά η γάτα. " Παειτοκαϊμάκι; ," απόρησε ο ποντικός. " Παράξενο όνομα. Το συνηθίζετε στην οικογένεια σας; " - " Μην το ψάχνεις ," τον έκοψε η γάτα. " Δεν είναι δα χειρότερο απ το όνομα που έδωσες εσύ στο βαφτιστήρι σου: Ψιχουλοφάης . . . "
   Δεν πέρασε πολύς καιρός και τη γάτα πάλι την έπιασε λιγούρα γ ι α το βούτυρο. Γυρνάει λοιπόν και λέει στον ποντικό: " Θα μου κάνεις τη χάρη και θα φροντίσεις σήμερα μόνος σου το σπιτικό μας. Γιατί θα γ ί νω και πάλι νονά. Το καινούργιο γατάκι είναι μαύρο με μια άσπρη γραμμούλα γύρω απ' το λαιμό. Δεν μπορώ να πω όχι ." Ο καλός ο ποντικός συμφώνησε. Η γάτα όμως χώθηκε στα στενά και κρυφά έφτασε μέχρι την εκκλησία. Εκεί άνοιξε πάλι το βαρελάκι και κατέβασε το βούτυρο ώς τη μέση. " Τ ί π ο τ α δεν είναι πιο νόστιμο ," σκέφτηκε, " άπ' αυτό που τρως εσύ ο ίδιος ." Κι έμεινε πολύ ευχαριστημένη απ5 την εκδρομή της. Ό τ α ν γύρισε σπίτι, ο ποντικός τη ρώτησε: " Πώς το βάφτισες αυτό το γατάκι; " - " Π α ε ι τ ο μ ι σ ό ," απάντησε η γάτα. - " Παειτομισό! Τι λες; Σ όλη μου τη ζωή δεν έχω ξανακούσει τέτοιο όνομα. Β ά ζ ω στοίχημα ότι στο ημερολόγιο δεν έχει μέρα να γ ι ο ρ τ ά ζ ε ι! "
 
Δεν πέρασε πολύς καιρός και της γάτας της τρέξανε πάλι τα σάλια γ ι α το βούτυρο. " Ό λ α τα καλά πράγματα τριτώνουν ," είπε στον ποντικό. " Με κάλεσαν πάλι νονά σε μια βάφτιση. Το γατάκι αυτή τη φορά είναι κατάμαυρο, μόνο που έχει άσπρα ποδαράκια. Ούτε μια άσπρη τρίχα σ' όλο του το κορμάκι. Αυτό είναι πολύ σπάνιο, μια φορά στα δέκα χρόνια συμβαίνει. Θα μ' αφήσεις να π ά ω; " - " Παειτοκαϊμάκι, Παειτομισό! Α υ τ ά τα παράξενα ονόματα μ έχουν βάλει σε σκέψεις ." - " Είναι επειδή κάθεσαι κλεισμένος όλη μέρα εδώ μέσα με την γκρίζα σου τη ρόμπα και με την ουρίτσα σου τυλιγμένη στην πολυθρόνα. Αυτά παθαίνει όποιος δεν βγαίνει έξω ." Ο ποντικός έμεινε λοιπόν σπίτι και καθάρισε και σκούπισε και συγύρισε. Η λιχούδα γάτα όμως έβαλε κάτω το βαρελάκι και το τέλειωσε το βούτυρο. " Δεν ησυχάζεις παρά μονάχα όταν τον φας όλον το μεζέ ," μονολόγησε 
  Χορτάτη και καλοφαγωμένη γύρισε σπίτι αργά το βράδυ. Ο ποντικός ρώτησε αμέσως να μάθει τι όνομα είχανε δώσει στο τρίτο γατάκι. " Μπα, ούτε αυτό θα σου αρέσει ," του αποκρίθηκε η γάτα. " Το βγάλαμε Παειόλο ." - " Παειόλο! ," φώναξε ο ποντικός. " Αυτό είναι το πιο παράξενο απ όλα. Δεν τό ' χω συναντήσει πουθενά γραμμένο. Τι στην ευχή σημαίνει; " Και κουνώντας το κεφάλι του κουλουριάστηκε στη γωνιά του να κοιμηθεί.

Από τότε κι ύστερα κανείς δεν ξανακάλεσε τη γάτα να βαφτίσει. Ό τ α ν όμως χειμώνιασε κι έξω δεν έβρισκαν π ι α τίποτα να φάνε, ο ποντικός θυμήθηκε το βούτυρο και είπε: " Έ λ α , γάτα, πάμε στην εκκλησία να πάρουμε το βούτυρο, που είχαμε φυλάξει γ ι α το χ ε ι μ ώ να. Θα είναι ό,τι πρέπει ." - " Μάλιστα ," αποκρίθηκε η γάτα. " Γ ι α σένα προπάντον θα είναι ό,τι πρέπει. Και δεν θα σου πέσει βαρύ στο στομάχι. Είναι ελαφρύ, σαν να τρως αέρα κοπανιστό ." Μια και δυο, ξεκινάνε γ ι α την εκκλησία. Κι όταν έφτασαν, βρήκαν το βαρελάκι στη θέση του. Αλλά ήταν άδειο. " Τώρα καταλαβαίνω ," είπε ο ποντικός. " Ωραία φίλη είσαι! Αντί να βαφτίζεις γατάκια, ερχόσουνα εδώ και έτρωγες το βούτυρο. Πρώτα πρώτα Παειτοκαϊμάκι, μετά Παειτομισό, κι ύστερα . . . " - " Σ τ α μ ά τ α! " τον έκοψε η γάτα. " Ά λ λ η μια λέξη και θα σε φάω κι εσένα! " - " . . . Παειό-όλο! ," ξεστόμισε ο καημένος ο ποντικός. Και πριν προλάβει ν' αποσώσει το λόγο του, τον αρπάζει η γάτα και τον κάνει μια χαψιά. Τι να κάνουμε; Έ τ σ ι είναι ο κόσμος.
 Πηγη:grim stories.com




Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

 

   Η αλεπού και ο κορυδαλλός

Μια φορά και έναν καιρο ήταν μια αλεπού, που δεν είχε φάει τίποτα, για πολλές ημέρες, και πεινούσε παρά πολύ. Καθώς περπατούσε βλέπει ανάμεσα σε κάτι θάμνους, έναν κορυδαλλό.
-Α! Εδώ έχει κάνει την φωλιά του! Θα πλησιάσω σιγά σιγά, και θα τον αρπάξω! Βέβαια είναι λίγος, για να χορτάσω αλλά με την πείνα που έχω καλός είναι.
 Πλησιάζει σιγά σιγά, η κυρία αλεπού, και κάνει έναν σάλτο, αλλά ο κορυδαλλός, πιο γρήγορος πέταξε πάνω από το κεφάλι της.

- καλημέρα! του είπε, άδικα τρόμαξες και έφυγες. 

- Μα εσυ όρμησες στην φωλιά μου, για να με φας. 

- όχι με παρεξήγησες, σκόνταψα και έπεσα στην φωλιά σου. Έλα μην φοβάσαι, κατεβα έχω όρεξη για κουβέντα, έχω νέα να σου πω!

 - ποια είναι τα νέα;

- δεν τα έμαθες; Άκουσα το σπουργιτη να λέει, ότι τραγουδάει πιο καλά από εσένα.

- λες ψέματα! Ο Σπουργίτης δεν τραγουδάει καθόλου!

- Δεν σου λέω ψέματα, έχω κάτι ακόμα να σου πω...


- Ακούω, είπε ο κορυδαλλός 

- Μα κατέβα να τα  πούμε! Δεν μπορώ άλλο να κοιτάζω ψηλά, πόνεσε ο λαιμός μου! 
 Ο κορυδαλλός όμως δεν την πίστεψε.

- Έλα εσυ εδώ πάνω μύρα αλεπού, γιατί να κατέβω εγώ; 

Η αλεπού κατάλαβε πως ο κορυδαλλός ήταν πιο έξυπνος, από ότι νομιζε, και έτσι απομακρυνθηκε, με την ουρά στα  σκέλια, και με το στομάχι να γουργουρίζει από την πείνα. Ο κορυδαλλός πετούσε από πάνω της, την κορόιδευε και τραγουδούσε, αλλά η κυρα αλεπού έκανε πως δεν τον έβλεπε, ούτε τον άκουγε.

 

Μύθοι ΑΙΣΩΠΟΥ
Διασκευη: Καρακιτσιου Μαρια



Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019



Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

Μια φορά και έναν καιρό ένας νεαρός λύκος, ζούσε μαζί με άλλους σε μια αγέλη, μέσα στο δάσος.
Θέλησε να γίνει αρχηγός της αγέλης, στη θέση του αρχηγού αλλα νικήθηκε παρόλο που ήταν νεότερος. Νικημένος και ντροπιασμένος, έφυγε από την αγέλη. Ήταν όμως πολύ δύσκολο, να βρει τροφή μόνος.
 
  Ένα κοράκι είδε τον μοναχικό λύκο, και άρχισε να τον ακολουθεί. Τα κοράκια συνηθίζουν να ακολουθούν τους μοναχικούς λύκους, βοηθώντας τους να βρουν τροφή ξέροντας, ότι κάτι θα μείνει και για αυτά. Ο λύκος ψάχνοντας για τροφή, βγήκε από το δάσος και έφθασε σε ένα λιβάδι, όπου βοσκούσε  ένα κοπάδι με πρόβατα.

Του λύκου τα σάλια άρχισαν να τρέχουν βλέποντας τα πρόβατα.
- Α! εδώ θα βρω φαγητό, ειπε και άρχισε να παραμονέυει, μήπως και κανένα προβατάκι, απομακρυνθεί από το κοπάδι και το αρπάξει.
 Όμως τα σκυλια του κοπαδιού, μύρισαν τον λύκο, και άρχισαν να τον γαβγίζουν και να τον κυνηγούν. Τρέχει, τρέχει ο λύκος να γλυτώσει και αφού απομακρύνθηκε, ξάπλωσε να ξεκουραστεί.


Άλλη μια μέρα πέρασε χωρίς να φάει κάτι. Αποκαμωμένος όπως ήταν τον πήρε ο ύπνος. Το κοράκι όμως πάνω, σε ένα κλαδί δέντρου κοίταζε γύρω, γύρω μήπως και δει κανένα ζώο. Ξαφνικά βλέπει ένα αγριογούρουνο, να βόσκει παρά πέρα, και άρχισε να φωνάζει.
- κρα! κρα! ξύπνα!
 Ο λυκος ξύπνησε, και σιγά σιγά ζύγωσε το αγριογουρουνο που έβοσκε αμέριμνο. Κάποια στιγμή όμως είδε τον λύκο, και άρχισε να αγριεύει, και να ετοιμάζεται να τον ορμήσει. Ο καημένος ο λυκος σκέφτηκε πως δεν θα μπορέσει, να το νικήσει και έφυγε σιγά σιγά. 
 -τζίφος! νηστικός και σήμερα είπε. Εξαντλημένος όπως ήταν έγειρε, κάτω από ένα δέντρο, και το κοράκι πάνω σε ένα κλαδί.

 Εκεί που είχε χάσει κάθε ελπίδα, άκουσε το κοράκι να τον φωνάζει.
- κρα! κρα! ένας λαγός! Τρέχει ο λυκος με όση δύναμη του είχε απομείνει, και χραπ τον έπιασε.
 Έτσι ο λυκος έφαγε μετά από μια εβδομάδα, έφαγε και το κοράκι. Πήραν ξανά τον δρόμο, και κάπου εκεί συνάντησαν μια λυκαινα, που ήταν και αυτή μόνη. Ο λυκος σκέφτηκε πως αν κυνηγούν και οι δυο,θα είναι πολύ πιο εύκολο να βρίσκουν τροφή. Η λυκαινα δέχτηκε και έτσι συνέχισαν μαζί....






Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Η ΑΛΕΠΟΥ 100 ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΕΠΟΥΔΑΚΙ 101

Η αλεπού μια κρύα μέρα, με πολύ χιόνι βγήκε από την φωλιά της, και έκατσε στον ήλιο για να 
ζεσταθεί. Μετά από λίγο ήρθε και το αλεπουδακι της, και έκατσε κοντά της.
 Πες το ένα πες το άλλο,πέρασε η ώρα ήρθε το μεσημέρι, και η αλεπού δεν το κουνούσε από τον ήλιο.
-μάνα τι κάνουμε τώρα εδώ;
- ζεσταινόμαστε! του λέει.
- και που είναι η φωτιά; λέει το αλεπουδακι.
- μα δεν την βλέπεις; Εκεί στο απέναντι βουνό, λέει η αλεπού.
 Σε λίγο βάζει τις φωνές.
- μάνα! μάνα! νερό! 
- τι έπαθες καλό μου; τι το θέλεις το νερό;
-κάηκα μάνα! 
- από που κάηκες; το ρώτησε.
- να, μάνα από μια σπίθα που πετάχτηκε, από την φωτιά απέναντι, και μου έκαψε το αυτί μου.
 - μπράβο! παιδάκι μου του είπε η αλεπού. Είσαι πολύ έξυπνο, και ξέρω ότι μπορεις να ζήσεις μόνο σου από δω και πέρα.


Είναι όπως λένε η αλεπού 100 και το αλεπουδακι 101.



 




Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019


 


Η ΠΙΤΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΝ

Στα αρχαία χρόνια, το πεύκο δεν ήταν δέντρο, αλλά μια πανέμορφη νύμφη του δάσους. Η Πίτυς ερωτεύτηκε τον θεό Πάνα, και τον ακολουθούσε από πηγη σε πηγη, και εκείνος της τραγουδούσε μαγευτικός σκοπούς με την φλογέρα του.
   
 Την Πίτυς όμως για κακή της τύχη την ερωτεύτηκε ο Βορέας, ο θεός του βορείου αγερα, ο οποίος την κυνηγούσε να την πάρει από τον Πάνα.
 
 Όταν εκείνη του αντιστάθηκε, ο Βορεας εξοργίστηκε και προσπάθησε να την γκρεμίσει από έναν βράχο πολύ ψηλό. Την στιγμή εκείνη ο Πάνας την λυπήθηκε πολύ και πριν η Πίνυς να τσακιστεί στα βράχια την μεταμόρφωσε σε πεύκο.
 

Οβίδιος


Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Η ΓΟΥΡΟΥΝΑ





Μια φορά κι έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό ζούσε ένας γουρούνας.Αυτος ο γουρούνας είχε μια γουρούνα.Ολη μέρα η γουρούνα έτρεχε από δω και από εκεί ελεύθερη και το σούρουπο γύριζε στο σπίτι.Ενα βραδυ η γουρούνα δεν γύρισε σπίτι και ο γουρούνας την έψαχνε όλη νύχτα.
 


 Εκεί που έψαχνε κάποια στιγμή ακούει έναν θόρυβο πάει προς τα εκεί και βλέπει την γουρούνα να κάθεται σε έναν λάκκο γεμάτα χρυσά φλουριά.Παιρνει ο γουρουνάς την γουρούνα και τα φλουριά και γυρίζει στο σπίτι. Πλούσιος τώρα αγόρασε ένα πολύ όμορφο και μεγάλο σπίτι, έκανε μια εκκλησία, βοηθούσε τους φτωχούς.Την γουρούνα που τον έκανε πλούσιο την είχε μη βρέξει και μη στάξει.

Πέρασαν τα χρόνια γέρασε η γουρούνα και πέθανε.Στεναχωρια μεγάλη ο γουρούνας σαν να είχε πεθάνει άνθρωπος δικός του.
«Θα την κανω μια πολύ καλή κηδεία» μονολόγησε.Μια και δυο πάει να βρει τον παπά.

« καλησπέρα παπά μου»

 «καλώς τον γουρουνά» είπε ο παπάς
« είμαι πολύ στεναχωρημένος παπά μου γιατί πέθανε η γουρούνα μου και θέλω να την κάνεις μια καλή κηδεία.


 
Ο παπάς έγινε έξαλλος.
« τι λες αθεόφοβε; Που ακούστηκε να ψάλλω την γουρούνα;»
Ο γουρουνάς έκλαιγε και παρακαλούσε.
«παπά μου την γουρούνα την είχα σαν παιδί μου,σε αυτήν χρωστώ όλα μου τα πλούτη»
Ο παπάς δεν άκουγε τίποτα
«εγώ δεν έχω εντολή τέτοια από τον Θεό» είπε
Ο γουρουνάς βγάζει μια κουμπούρα
«έρχεσαι η,´ όχι» τον λέει τρομάζει ο παπάς τι να κάνει, έψαλε την γουρούνα.


  
Την άλλη μέρα επειδή φοβήθηκε πήγε στον δεσπότη να του τα πει πριν τα μάθει από άλλου.
« δέσποτα μου το και το»
«τι λες παπά αυτό είναι αμαρτία! να πει τον γουρουνά να ρθει εδώ»
Πάει ο παπάς στο χωριό και λέει στον γουρουνά.
«σε θέλει ο δεσπότης»
 Πάει στην πόλη ο γουρουνάς και γραμμή για τον δεσπότη μαζί με πεσκέσια,  κοτούλες, αυγά, τυριά, πως να πάει σε ολόκληρο δεσπότη με άδεια χέρια;
«για έλα εδώ γουρουνά τι είναι αυτά που έμαθα;»είπε όλο νεύρα ο δεσπότης.Ο γουρούνας άρχισε να κλαψουρίζει.
« Αχ δέσποτα μου την είχα σαν παιδί μου»
«αυτό είναι μεγάλη αμαρτία» είπε ο δεσπότης.
«αυτή η γουρούνα με έκανε πλούσιο νοικοκύρη» Ο δεσπότης εξαγριωμένος δεν άκουγε τίποτα.Ο γουρουνάς τότε τον λέει.


«ξέρεις τι γουρούνα ήταν αυτή;»
«Ε τι γουρούνα ήταν;» ρώτησε ακόμα πιο οργισμένος ο δεσπότης.
«να μια μέρα πριν πεθάνει με φώναξε και με είπε» «πάρε αυτό το σακούλι με τα φλουριά και δώστο από μένα στον δεσπότη»
«τι λες βρε γουρουνά με θυμήθηκε και εμένα η συγχωρεμένη;»είπε και πήρε το σακούλι με τα φλουριά.Ετσι έζησαν όλοι καλά και εμείς καλύτερα. 


Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ ΧΩΡΙΚΟΣ

Παραμυθι από την Ρωσία




Μια φορά και έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό ζούσε ένας χωρικός που είχε έναν υπηρέτη τον οποίο έλεγαν Βάνια.Απο βραδύς λέει ο χωρικός στον υπηρέτη του.
«Βάνια αύριο το πρωί θα πάμε να θερίσουμε το σιτάρι»
 «Εντάξει ας πάμε αφεντικό» είπε ο Βάνια.   
Το πρωί της άλλης μέρας σηκώθηκαν και ετοιμάστηκαν να φάνε το πρωινό τους.
«Γυναίκα φέρε μας το πρωινό» είπε ο χωρικός.

  
Η γυναίκα τους έφερε το πρωινό και αφού έφαγαν με όρεξη λέει ξανά ο χωρικός.
« Για να μην σταματήσουμε για το μεσημεριανό φέρε το μας γυναίκα τώρα» 
Άρχισαν να τρώνε το μεσημεριανό αλλά δεν μπόρεσαν να το φάνε όλο.Ο χωρικός σκέφτηκε ότι   κάνει οικονομία στο φαΐ αφού ο Βάνια έφαγε μόνον λίγο.Αργοτερα λέει πάλι στην γυναίκα του.
«Γυναίκα το βραδυ θα είμαστε πολύ κουρασμένοι από την δουλειά και δεν θα έχουμε όρεξη για φαγητό καλύτερα φέρε και το βραδυ ο να το φάμε τώρα.

Η γυναίκα του σέρβιρε και το βραδινό. Ο Βάνια ούτε να το δει δεν ήθελε το φαΐ ποσό μάλιστα να το φάει. 
« Άντε τώρα Βανια σήκω να πάμε να θερίσουμε καλά φάγαμε δεν χρειάζεται να διακόψουμε τωρα  την δουλειά μας»
«Α! Όχι αφεντικό.» Είπε ο Βανια» « μετά το βραδυ ο οι άνθρωποι κοιμούνται και δεν πάνε για θερισμό» « καληνύχτα» είπε και τράβηξε να βρει ένα μέρος να κοιμηθεί.


  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ Είναι η ιστορία ενός κακού γέρου: του Ebenezer Scrooge που δεν του αρέσουν τα Χριστούγεννα. Είναι ένας τσιγκούνης ...